Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, έχουμε απαλλαγεί από τη βασιλεία, έχουμε μαλώσει με το ΝΑΤΟ και οι πρωταίτιοι της χούντας βρίσκονται στη φυλακή. Η δημοκρατία ισορροπεί, η οικονομία ανακάμπτει, και η χώρα φτιασιδώνεται για να ζήσει το σοσιαλιστικό της όνειρο. Το γεγονός ότι η βόρεια Κύπρος είναι πλέον τουρκική δεν απασχολεί ιδιαίτερα ούτε τους ταγούς ούτε τους πολίτες, έστω και αν δηλώνουν το αντίθετο. Οι Έλληνες κάτι έχουν ακούσει και δεν ορέγονται πια το σοβιετικό μοντέλο της φτώχειας και της απομόνωσης. Έχουν άλλα σχέδια για το σοσιαλισμό του μέλλοντός τους και εξουσιοδοτούν τον Ανδρέα Παπανδρέου να τα υλοποιήσει.

Οι πολίτες δεν παύουν να δηλώνουν θυμωμένοι και αδικημένοι γενικώς, διαπρύσιοι εχθροί των Αμερικάνων και της χούντας για την πτώση της οποίας δεν έκαναν και πολλά πράγματα. Οι δυο δολοφονίες του σταθμάρχη της CIA Ρ. Γουέλς, τον Δεκέμβρη του ’75 και του βασανιστή της χούντας Ε. Μάλλιου, ένα χρόνο αργότερα, γίνονται δεκτές με συγκρατημένο ενθουσιασμό μιας και υπάρχει η υποψία ότι πρόκειται για προβοκάτσιες ή «ξεκαθάρισμα λογαριασμών». Τα «καλύτερα» έπονται. Όταν μέσα σε 13 χρόνια πέφτουν από το σαρανταπεντάρι της «ΕΟ 17 Νοέμβρη» τέσσερις αστυνομικοί, ένας εκδότης, δύο επιχειρηματίες, ένας εισαγγελέας και ένας αμερικάνος ναυτικός ακόλουθος, ο κόσμος σιγουρεύεται ότι οι τολμηροί εκδικητές δεν είναι αποκριάτικοι Ζορό αλλά βρίσκονται στο πλευρό του. Δεν βγαίνει βέβαια στους δρόμους να πανηγυρίσει αλλά μεγάλο μέρος της κοινής γνώμης γουστάρει, συμφωνεί ή απλώς ανέχεται. Πάντα ανάμεσα από δυο μισόκιλα, σε ταβέρνες. Η ανωνυμία βέβαια τους εκνευρίζει, αλλά διεγείρει και το ενδιαφέρον τους.

 Ενώ το καραβάνι του σοσιαλισμού προχωρά με επιδοτήσεις και δανεικά, οι πολίτες αισθάνονται ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι όπως τους τα υποσχέθηκαν. Υπάρχουν αδικίες αφού δεν έγιναν όλοι πλούσιοι, τα παιδιά τους δεν μπορούν να γίνουν όλα γιατροί και αρχιτέκτονες, άσε που είναι υποχρεωμένοι να δουλεύουν έως και τα 55. Ακούνε και για διάφορες παρασπονδίες και μπαγαμποντιές των σοσιαλιστών και όπως και να το κάνουμε τους πνίγει η αδικία. Τα κορμιά που πέφτουν ένα κάθε χρόνο χωρίς κανένα λόγο δεν έχουν κάτι εμφανές που να «αιτιολογεί» τη δολοφονία τους, αλλά «για να τους καθαρίζουν κάτι θα ξέρουν». «Καλά κάνουν, ρε Μανώλη, να ’χουν κάποιον να φοβούνται όταν πάνε να μας κλέψουν». Αυτά δεν ακούγονται από όλους αλλά ακούγονται από πολλούς απλούς λαϊκούς ανθρώπους του μεροκάματου που δεν έχουν σφάξει στη ζωή τους ούτε κοτόπουλο. Ακούγονται και από «προοδευτικούς αριστερούς διανοούμενους» που θυμούνται τον Ερρίκο Μαλατέστα και την ατομική βία ως λίπασμα για τη χειραφέτηση της εργατικής τάξης και επικρουστήρα της επανάστασης. Ευτυχώς, στον καπιταλισμό τα καλτσόν είναι φθηνά και μπορούν να τα σκίζουν ανέξοδα.

Σήμερα φαντάζει τελείως φυσιολογικό που κανείς δεν αποτόλμησε μια συγκέντρωση διαμαρτυρίας εναντίον της τρομοκρατίας. Θα είχε οικτρή αποτυχία. Αλλά ίσως δικαιολογεί και το γεγονός ότι η 17 Νοέμβρη έμεινε ασύλληπτη σχεδόν 30 χρόνια και εξαρθρώθηκε μόνο όταν ενδιαφέρθηκαν οι Εγγλέζοι και με αφορμή ένα τυχαίο γεγονός. Και που σε μια μικρή χώρα των 10 εκατ. κατοίκων δεν υπήρχε ούτε και υπάρχει λαϊκό αίτημα καταστολής της τρομοκρατίας, άρα και ευρύτερη πολιτική βούληση. Στην καλύτερη περίπτωση περνάει απαρατήρητη και γι’ αυτό δεν παράγει σοβαρά πολιτικά γεγονότα. Ακόμα και η εξόχως πολιτική δολοφονία του Παύλου Μπακογιάννη (26/9/1989) πέρασε γρήγορα στο ντούκου μιας και προείχε η υπόθεση του «βρώμικου ’89». Η Ελλάδα δεν κλαίει για τους νεκρούς της τρομοκρατίας.

Η «παράπλευρη απώλεια» του δύστυχου Θάνου Αξαρλιάν προκαλεί μια ευρύτερη αγανάκτηση και μια δυσπιστία ως προς την ηθική και την αποτελεσματικότητα της οργάνωσης. Τα επόμενα όμως οκτώ χρόνια προστίθενται στον κατάλογο των θυμάτων ο διοικητής της εθνικής τράπεζας, ένας τούρκος διπλωμάτης, ένας εφοπλιστής και ο βρετανός στρατιωτικός ακόλουθος, για να τονωθεί και πάλι ο ρόλος των τιμωρών της «καπιταλιστικής και ιμπεριαλιστικής θηριωδίας». Ο κόσμος όμως έχει ήδη υπερκαταναλώσει το αίμα και το βαριέται. Όταν η οργάνωση εξαρθρώνεται το 2002, η Ελλάδα περιμένει τους ολυμπιακούς αγώνες, το χρήμα πέφτει right through, η οικοδομή καλπάζει και το ατομικό προφίλ των εγχώριων Ζορό είναι τόσο μπανάλ και ξενερουά που σύντομα τους εξαφανίζει από τις οθόνες του εθνικού φαντασιακού. Εξάλλου το λαϊκό σοσιαλιστικό αίτημα (με τα λεφτά των άλλων) έχει σχεδόν δικαιωθεί. Τι να μας πουν τώρα ο μελισσοκόμος και τα παιδιά της παπαδιάς;

Η πολιτική αριστερά κράτησε ασφαλείς αποστάσεις από την αριστερή τρομοκρατία και καταδίκαζε κάθε σχετική δραστηριότητα. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και τα δύο κομμουνιστικά κόμματα, το ΚΚΕ και το ΚΚΕ Εσωτ, για πολλούς λόγους, πολιτικούς και μη. Στην αρχή ήταν επιφυλακτική μιας και δεν ήξερε αν αυτοί που μιλούσαν στο όνομα της επαναστατικής ένοπλης αριστεράς δεν ήταν πράκτορες των Αμερικάνων. Το ΚΚΕ μάλιστα ίσως ακόμα πιστεύει πως ήταν. Κατά δεύτερον οι δολοφονίες δεν προκαλούσαν πολιτικές εξελίξεις, όπως η δολοφονία του Άλντο Μόρο στην Ιταλία, συνεπώς δεν είχαν και πολιτική βαρύτητα.

Η δολοφονική τρομοκρατία παράγει αποτελέσματα σε εμπόλεμες καταστάσεις και εξεγέρσεις. Προκαλεί απώλειες και πανικό στον αντίπαλο, τρόμο στον άμαχο πληθυσμό και μαζικές αναγκαστικές προσχωρήσεις στο ένα ή στο άλλο στρατόπεδο. Γι’ αυτό και ανήκει στα εγκλήματα πολέμου. Σε συνθήκες δημοκρατικής νομιμότητας ικανοποιεί μόνο κατώτερα εκδικητικά ένστικτα και βάρβαρες ιδεοληψίες που ενώ εμφανίζονται ως πολιτική στάση είναι τελείως απολίτικες. Αλήθεια, έχετε αναλογιστεί πώς νιώθει κάποιος που δολοφονεί στην ψύχρα έναν άγνωστο που δεν του ’χει κάνει τίποτα; Τι ψυχή κουβαλάει μέσα του;

Οι μεταπολιτευτικοί ηγέτες της κομμουνιστικής αριστεράς ήταν έντιμοι άνθρωποι. Οι περισσότεροι είχαν ζήσει την κατοχή και τον εμφύλιο, είχαν βιώσει τη φρίκη τόσο της λευκής όσο και της κόκκινης τρομοκρατίας και είχαν αποφασίσει ότι θα πορευθούν αποδεχόμενοι την «αστική δημοκρατία» μέχρι αυτή να τους παραδοθεί από το εκλογικό σώμα ώστε να την μετασχηματίσουν σε σοσιαλιστική. Μετά ό,τι καλό ή κακό ήθελε προκύψει. Μάλλον σοκάρονταν, όταν έβλεπαν ότι κάποιοι απίθανοι άγνωστοι ήθελαν να επιβάλουν μια παρωδία εμφυλίου πολέμου σε μια ευρωπαϊκή δημοκρατική χώρα εν καιρώ καλοθρεμμένης ειρήνης. Εντέλει δυσφημούσαν την αριστερά και δη την επαναστατική, μιας και οι αναίτιοι πισώπλατοι φόνοι γίνονταν γενικώς στο όνομά της. Φυσικά και δεν θα έβγαιναν στους δρόμους για να την καταδικάσουν, αφού δεν θα έβγαινε και ο λαός τους. Αριστεροί δήλωναν οι δολοφόνοι, δεν ήταν δα και τίποτα δεξιοί!

Οι χρόνοι όμως του Κύρκου και του Φλωράκη παρήλθαν ανεπιστρεπτί. Ένα μέρος των πολιτικών τους απογόνων συνάντησε τον ριζοσπαστισμό και ανακάλυψε στα γεράματα την πολιτική βία. Τα καταπιεσμένα γούστα βγήκαν στην επιφάνεια χωρίς ενοχές, μιας και υπήρχε ανάλογο λαϊκό ακροατήριο. Πάντοτε στο μιλητό, βέβαια. Κάποιοι κατέθεσαν ως μάρτυρες υπεράσπισης στη δίκη της 17 Νοέμβρη, άλλος είδε στη δράση της μια βαθύτερη έγνοια για τον άνθρωπο και άλλοι, με αφορμή τα μνημόνια, διέκριναν στοιχεία νομιμότητας στη βίαιη πολιτική δράση. Αν είναι βέβαια για καλούς και προοδευτικούς σκοπούς. Δηλαδή, βία αριστερή. Σήμερα παρατηρούμε μια σκανδαλώδη ανοχή στον ιδιότυπο πολιτικό ακτιβισμό της βαριοπούλας και της βόμβας μολότοφ. Η βία εντός των πανεπιστημιακών χώρων προστατεύεται από το «άσυλο». Από την άλλη, η ημιτελής δίκη της Χ.Α. παραμένει πάντα μια πληγή. Τι σημαίνουν όλα αυτά;

Η κυβερνώσα αριστερά παίζει ακόμα παιχνίδια αναπαράστασης του εμφυλίου πολέμου, στο play station, κάτω από πορτρέτα του Άρη Βελουχιώτη. Αρέσκεται στις προσομοιώσεις βίας, στους φθηνούς υπόρρητους συμβολισμούς, στο κλείσιμο ματιού προς την αναρχική επαναστατημένη εξαδέλφη της που κάτι ψηφίζει και αυτή. «Μπορεί να γίναμε φίλοι των Αμερικάνων αλλά είμαστε ακόμα κομμουνιστές και επαναστάτες, μην το ξεχνάτε». Σε εποχές κρίσης και κατάρρευσης μπορεί και κάποιοι ανόητοι να τσιμπήσουν. Ο τρόμος πάνω από την πόλη δίνει μια επίφαση εξέγερσης και υπάρχουν αφελείς για ν’ αγοράσουν.

Αλλά πρέπει να τελειώνουμε με την πολιτική βία, δεν βρίσκετε; Αντιδημοκρατική, αδιέξοδη, ανώφελη, αντιαισθητική, αντιπαραγωγική, ψυχοφθόρα. Μόνο πόνο και κακό προκάλεσε παντού, όπου ασκήθηκε. Μια πρόβα ολοκληρωτισμού ή φασισμού, αν προτιμάτε. Κόκκινου ή μαύρου, θα σας γελάσω. Ο παλιμπαιδισμός «απαγορεύεται» στην πολιτική τάξη, ακόμα και σ’ αυτήν την ανιστόρητη κοινοβουλευτική αριστερά. Ας σοβαρευτούμε. Γιατί σε λίγο θα μείνουν στην πατρίδα μόνο οι γέροι και όσοι θέλουν να πλακώνονται μεταξύ τους.

*Λεωνίδας Καστανάς 
Source: https://www.athensvoice.gr/politics/481255_tromokratia-kai-sympatheia