Αναστάσιος Μπασαράς: Χριστούγεννα Ζωής: Χριστούγεννα 1953-54. Περιστέρα Καλαμπάκας

Η Περιστέρα (ΤΣΙΑΣΙ στα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), είναι ένα μικρό ποταμίσιο χωριουδάκι στα ριζά του Κόζιακα. Διασχίζεται από τον Πηνειό-ένα γεμάτο άσπρη πέτρα και καταγάργαρα νερά ποτάμι- 6 χιλιόμετρα από την Καλαμπάκα, 14 από τα Τρίκαλα. Κατοικείται από 250 κατοίκους, κυρίως, γεωργούς και κτηνοτρόφους. Γύρω-γύρω συνορεύει με τα χωριά: Βασιλική, Αγιοι Θεόδωροι, Θεόπετρα, Σαρακίνα, Βυτουμά, Καλονέρι και Μεγάρχη.
  
Ανάμεσα στο λόφο «Σκούμπο», στα δυτικά του οικισμού, και τον Πηνειό απλωνόταν η αρχαία πόλη Φαλώρεια. Κατά τους ερευνητές η πόλη πήρε το όνομά της από το κωνικό σχήμα του Σκούμπου που θύμιζε το μπροστινό μέρος της περικεφαλαίας, που στα ομηρικά ελληνικά ονομάζεται «φαλός». Η Φαλώρεια καταστράφηκε στα 198 π.χ. από τον Τίτο Κόϊντο Φλαμινίνο.

      

Τα ερείπια της ακρόπολης της αρχαίας πόλης σώζονται σήμερα στην κορυφή του Σκούμπου, καλυμμένα από πυκνή βλάστηση. Από την ακρόπολη φαίνονται όλες σχεδόν οι πλαγιές του Κόζιακα και η πεδιάδα των Τρικάλων. Θρύλοι της περιοχής λένε πως στο Σκούμπο υπάρχουν τρία πηγάδια: στο ένα υπήρχε η χρυσή κούνια του βασιλιά, η «σαρμάντζα» του, στο δεύτερο χρυσάφι και στο τρίτο τρία μεγάλα φίδια. Το περιεχόμενο του τρίτου πηγαδιού αποθάρρυνε όσους σκέφτονταν να ερευνήσουν την αλήθεια της παράδοσης για το περιεχόμενο των άλλων δύο.
Στην περιοχή του Σκούμπου, ο πατέρας μου Κωνσταντίνος Μπασαράς είχε την μισή περιουσία του (γή, μαντρί, καλύβα, πρόβατα, αγελάδες και δύο άλογα). Μέσα από τις φωτογραφίες βλέπω τον εαυτό μου στα τέλη της δεκαετίας του 1940.
    
Στα νότια της κοινότητας, προς τη Μεγάρχη, είναι το φημισμένο «Καστέλι», ένας βράχος που η γεωλογική του σύσταση είναι ίδια με αυτή των Μετεώρων.
    

   
Από το Καστέλι, βλέποντας προς την Περιστέρα απλώνονται: δυτικά ο Κοζιακας και ο Πηνειός, βόρεια η Πέτρα και η παλιά Γέφυρα της Σαρακίνας, τα Μετέωρα, και βορειανατολικά τα Χάσια, η Θεόπετρα και το μοναστήρι των Αγίων Θεοδώρων και νότια η Μεγάρχη, το παλιό αεροδρόμιο της Βασιλικής και τα Τρίκαλα. Δίπλα στην Περιστέρα, εκτείνεται ένα δάσος με βελανιδιές στη θέση «Παλιά Αμπέλια», όπου και η ομώνυμη βρύση. Άλλο δάσος με πεύκα υπάρχει βόρεια στο λοφίσκο «Γαβριά».
    
Μέσα στο χωριό σώζεται το «κονάκι» του μπέη του τσιφλικιού, γνωστό ως «Κονάκι Μέκιου» ... ένα πέτρινο κτίσμα με αυλόγυρο, που έχει κριθεί διατηρητέο. Πανέμορφο είναι και το πέτρινο δημοτικό σχολείο, που ανακαινίστηκε το 1951-52 με χρήματα από έρανο της τότε βασίλισσας Φρειδερίκης. Στο σχολείο δίδαξε για μια 20ετία ο αείμνηστος δάσκαλος Γεώργιος Βακουφτσής. Του χρωστάμε πολλά, πρόσφερε τις βάσεις της μόρφωσης σε πολλές γενιές, πέρα από γράμματα δίδαξε: τραγούδι, χορό, εκκλησιαστική μουσική, κηπουρική ... Κάθε Κυριακή μας οδηγούσε στην εκκλησία, όπου με τη δική του μαεστρία αποτελούσαμε μια πολύ ωραία παιδική χορωδία 40-50 παιδιών. Ζούσαμε αληθινά τα Χριστούγεννα, τα πάθη και την Ανάσταση του Χριστού. Εκανε λαμπρές σχολικές γιορτές μέσα σε ένα πανέμορφο σχολικό κήπο, που είχε βραβευθεί και με το πρώτο βραβείο της περιφέρειας Θεσσαλίας.
    
Ο προστάτης της Περιστέρας είναι ο Αγιος Γεώργιος. Το πανηγύρι, που γίνεται, συνήθως τη δεύτερη μέρα του Πάσχα, ήταν και είναι ονομαστό! Τα παλιά χρόνια το διαφήμιζε ο τελλάλης! Τουλάχιστον τρείς μεγάλοι γύροι γυναικών, ανδρών και νέων εχόρευαν την 'καραγκούνα΄!

Στα 1897 το χωριό κάηκε από τον λήσταρχο Λιόλιο, που είχε το λημέρι του στο Βυτουμά, διπλανό χωριό στα ριζά του Κόζιακα. Με αυτόν τον τρόπο ο ληστής εκδικήθηκε το φόνο του πρωτοπαλίκαρου του από τον παπα-Κώστα Τσέργα, προπάππο μου από την πλευρά της γιαγιάς μου Θεοπούλας (σύζυγος του παππού μου Αναστασίου Μπασαρά και μητέρα εννιά παιδιών).

Η Περιστέρα, επλήρωσε μεγάλο τίμημα με την αντίστασή της στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Οι Γερμανοί εκτέλεσαν, την 2/4/1944, δώδεκα κατοίκους της Περιστέρας μεταξύ των οποίων και τον Παππού μου Αναστάσιο Μπασαρά, και, μεγάλη μου η τιμή να φέρω το όνομά του.

Στην φωτογραφία οι πρόγονοί μου, κατά σειρά: Θεοπούλα Τσέργα (Γιαγιά), Αναστάσιος Μπασαράς (Παππούς), Κωνσταντίνος Μπασαράς (Πατέρας – κόρη του Παπακώστα Τσέργα), Αικατερίνη Σκρέκα (Μητέρα), Γεώργιος Σκρέκας (Παππούς), Ελένη Παπαναστασίου (Γιαγιά, ψυχοπαίδι της οικογένειας Παπαναστασίου).

Γεννήθηκα σε μια πατριαρχική οικογένεια, ΄πατριάρχης΄ ο Αναστάσιος Μπασαράς - τον εκτέλεσαν οι Γερμανοί τον Απρίλιο του 1944 στα 66 του, μπροστάρης και γκεσέμι του χωριού για πενήντα περίπου χρόνια – πατέρας 9 παιδιών (τέσσερα παιδιά -όπως έλεγαν τότε και 5 κορίτσια), στο ίδιο σπίτι, μαζί, έμειναν τρία από τα παιδιά του με τις φαμίλιες τους (νοματαίοι 17), ένα δίπατο πέτρινο σπίτι των αρχών του 1900, μακράν, το καλύτερο και πιο όμορφο του χωριού.

Η κάθε φαμίλια είχε μια κάμαρη. Ένας μεγάλος κοινός οντάς για σαλόνι. Ενα μεγάλο κοινό μαγειριό με φούρνο, έξω στην αυλή. Και ενας κοινός απόπατος στο βάθος του κήπου.

Η μάνα καταγότανε από το διπλανό χωριό, τους Αγίους Θεοδώρους, με το φημισμένο Μοναστήρι πάνω στον βράχο. Την μικροπάντρεψε ο πατέρας της, και παππούς μου, Γιώργος Σκρέκας, όταν ήταν 16 χρονών, είχε βλέπετε δυό παιδιά και τέσσερα κορίτσια και έτσι θα είχε ένα στόμα λιγότερο για να ταΐσει. Η μικρή Ρίνω, έκανε πέντε παιδιά μέχρι τα τριάντα της και της επέζησαν τα τέσσερα ήμουνα το τέταρτο και μικρότερο αγόρι.

Στην πατριαρχική αυτή οικογένεια, έζησα τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Η μάνα μου δεν είχε γάλα- με τις αρρώστιες και τις κακουχίες της εποχής, πώς να ‘κατεβεί’ το γάλα της– και με θήλασε μια πρωταξαδέλφη του πατέρα μου – η θειά Ζωή Βησσαρίου (Τσέργα). Αρρώστησα από τύφο και ήταν η βοήθεια της UNRA, και οι αγκαλιές της μανιάς Θεοπούλας (ήμουνα ο αγαπημένος της, το μοναδικό εγγόνι με το όνομα του παππού μου), και των ξαδελφάδων μου (Βασιλική, Βάια, Μάρω – κοτζάμ κοπελλιές τότε). Θυμάμαι τη γιαγιά μου κάθε βράδυ, μα κάθε βράδυ, με μια άσπρη πουκαμίσα να σηκώνεται κα να μοιρολογεί τον αδικοεκτελεσμένο άντρα της και παππού μου. Αργησα πολύ να μιλήσω (στα πέντε μου, και όλοι φοβόντουσαν ότι είμαι μουγγός). Θήλαζα, συνέχεια, το μεσαίο μεγάλο δάχτυλό μου (είχε μείνει το μισό από τα άλλα) και ή ΄μύξα΄ έτρεχε στην μύτη μου, μέχρι που πήγα στο σχολειό, το 1951.
Πέρασαν οι πόλεμοι (και ο εμφύλιος) και τα τρία αδέλφια, αποφάσισαν να κτίσουν πέτρινα σπίτια (η πέτρα άφθονη και φτηνή, από το ποτάμι τον Πηνειό) και να χωρίσουν τις οικογένειες (τα κορίτσια μεγάλωναν και έπρεπε να τα παντρέψουν, περνούσαν τα 16 και τα ΄παιδιά΄ έπρεπε να πάνε στο γυμνάσιο και να μάθουν γράμματα και να φύγουν από την ‘λάσπη΄). Και άρχισαν, να κτίζουν, με ηπειρώτες μαστόρους το 1950. Τα τρία σπίτια σε χωριστά μεγάλα οικόπεδα, όλα παρόμοια, ένα καλούπι.

   

Τον Αύγουστο του 1953 το Μπίνγκ-Μπανγκ της φαμίλιας των 17 νοματαίων. Αφού μαζέψανε τη σοδειά όλοι μαζί την χωρίσανε δια του τρία (λίγο άδικο για τον πατέρα μου γιατί θα έπαιρνε μαζί και τη μάνα του τη μανιά Θεοπούλα) και ο καθένας στο σπιτάκι του. Θυμάμαι, ακόμη τους μπογιατζήδες να βάφουν το καλοκαίρι του 1953 και να τραγουδούν, ο ένας, ο Μήτσιος, ο πιο κακόφωνος τραγουδούσε πολύ τρανταχτά.

Το σπιτάκι μας, πάνω στην πλατεία, με την εκκλησία και το νέο σχολειό δίπλα. Ενα ωραίο ισόγειο με δυό οντάδες. Στον έναν οντά, με διπλό κρεββάτι, οι γονείς. Στον άλλο οντά, ένα κρεββάτι δίπλα στο τζάκι για τη γιαγιά Θεοπούλα. Μια μεγάλη σάλα με καταπακτή για να κατεβαίνουμε στο υπόγειο. Ενα μαγειριό έξω στην αυλή, και ένας απόπατος (WC εποχής) μακρυά στο βάθος του κήπου. Το πηγάδι για το νερό στα πενήντα μέτρα, στην πλατεία. Δίπλα σε μια τεράστια αιωνόβια βελανιδιά, τόσο μεγάλη που ήταν γνωστή σαν ο ‘Δένδρος’.


Τα τέσσερα παιδιά (τον περισσότερο καιρό τρία, ο Λάμπρος στο Γυμνάσιο), πλαγιάζαμε κάτω στην ψάθα -εγώ είχα πάντα στα πόδια μου, ένα ωραίο μπεζ παχύ γάτο, ‘ο Γάτος’ όπως τον έλεγα- δίπλα στο παράθυρο και κάτω από το εικονοστάσιο, άχ πως θυμάμαι μια φορά, που έπεσε ένας 'Αγιος' στο κεφαλάκι του Λάμπρου και τον γέμισε αίματα και άχ ‘παιδάκιμ’, άχ ΄καμάριμ΄, τί κακό ήταν αυτό, έσκουζε η μάννα μας.

Νοματαίοι επτά, η μανιά Θεοπούλα, ο πατέρας μου Κώστας (ή Κώτσος, όπως τον φώναζαν οι συγχωριανοί του), που συνήθως έμεινε πέρα από το ποτάμι, στην καλύβα του, στον Σκούμπο, στα ριζά ακριβώς του Κόζιακα, εκεί που ήταν η αρχαία Φαλώρεια για να φυλάει το βιός του, η μάνα μου Κατερίνα (ή Ρίνω ή και Κώτσαινα όπως την φώναζαν τις περισσότερες φορές) τα αδέλφια μου ο Λάμπρος (πήγαινε στις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου Καλαμπάκας), ο Νίκος (τόν κράτησε ο πατέρας μου για να τον βοηθάει στο βιός του), εγώ στην Τρίτη Δημοτικού (και, το καμάρι του δάσκαλου Γιώργου Βακουφτσή, γιατί ήμουνα ο πρώτος του σχολείου και όχι μόνο της τάξης μου, εγώ που μέχρι τα έξη μου δεν είχα αρθρώσει κουβέντα) και η μικρή Φανή στα πέντε της.

Η καθεμιά από τις τρεις οικογένειες, που χωρίσανε, είχε αυτή τη χρονιά και το δικό της οικιακό ‘γουρούνι’. Το γουρούνι ήταν το φυσικό σύστημα της ισορροπίας του οικιακού περιβάλλοντος. ‘Παρκαρισμένο’, μακρυά στο βάθος του κήπου και δίπλα στην κοπριά (λίπασμα του κήπου), τροφοδοτείτο με όλα τα αποφάγια του σπιτιού και κρατούσε το περιβάλλον καθαρό. Το γουρούνι, λοιπόν, ανέξοδα ετρέφετο όλη τη χρονιά και στο τέλος της έδινε καμιά εκατοστή κιλά κρέας και 4-5 τενεκέδες λίπος (λίπα, όπως τη λέγαμε), που ήταν το λάδι της χρονιάς και το ψυγείο για τη συντήρηση μεγάλων κομματιών κρέατος (παστωμένο μέσα στο λίπος, δεν υπήρχε ηλεκτρισμός και ψυγεία τότε).

Το γουρούνι το σφάζανε την παραμονή Χριστουγέννων, ήταν μεγάλη η τελετή της θυσίας, γιατί αποτελούσε και βασική τροφή, ιδιαίτερα, για τις γιορτές. Ο πατέρας μου ήταν οικονομικά ανεξάρτητος, δεν είχε ούτε μισθό ούτε ασφάλεια. Το ψωμί του, το κρέας, το λίπος, το γάλα, το τυρί, το αυγό, τα χόρτα, τα φρούτα, τον τραχανά του - μακαρόνια της εποχής- ήταν όλα παραγωγή της οικογένειας. Τον Σεπτέμβρη έκανε τον απολογισμό του, πλήρωνε τα δάνεια στην αγροτική τράπεζα και πάντα άφηνε και λίγο ΄πρωτογενές΄ πλεόνασμα στην άκρη, να φτάσει ώσπου να πουλήσει τον Μάρτη τα αρνιά ή κανένα μοσχαράκι.

Φθινόπωρο του 1953, λοιπόν, μεγάλη η χαρά στο νέο, ολοδικό μας σπίτι, ο πατέρας, για να μας χαροποιήσει, αγόρασε για το σπίτι και ένα ωραίο ραδιόφωνο. Είχε πολύ μεγάλη μπαταρία το έλεγαν ‘WEGA’. Πρωτόγνορες χαρές και απολαύσεις, ωραία γλώσσα ελληνική (στο χωριό μιλούσαν ‘γαλλικά’, έτρωγαν όλα τα φωνήεντα και είχαν απλοποιήσει τα άρθρα, ‘ο/η’ πάντα ‘η΄) και προπάντων ωραία δημοτικά τραγούδια και αφηγήματα που τα άκουγα με τις ώρες.

Κάπου, εκεί, την παραμονή της Σαρακοστής 12 ή 13 Νοεμβρίου, ακούγαμε το Ραδοοφωνικό Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων των Ιωαννίνων (αχ τί ωραία τραγούδια) καθισμένοι γύρω στην τάβλα (χαμηλό κυκλικό τραπέζι φαγητού), όλη η οικογένεια (εκτός από τον πατέρα, που ήταν στο βιός του στο Σκούμπο και τον Λάμπρο, τον αδελφό μου, που ήταν στο γυμνάσιο και την γιαγιά μου τη Θεοπούλα που είχε πλαγιάσει), ετρώγαμε ξυνό τραχανά (μέσα μπόλικη φέτα και ξερό ψωμί από τον δικό μας φούρνο), αν θυμάμαι καλά, ο καθένας το κουτάλι του (χλιάρι, όπως το λέγαμε), αλλά η κατσαρόλα κοινή για όλους μας (τα λίγα πιάτα φυλάσσονταν στο ντουλάπι -ή ντλάπ στα γαλλικά της Θεσσαλίας- για τους μουσαφιραίους).

Η μάνα μου, η Ρίνω, απόφοιτη πρώτης δημοτικού (έπρεπε να κάνει μεταπτυχιακό βοσκώντας τα πρόβατα μέχρι τα 16 και να παντρευτεί στα 16, ένα στόμα λιγότερο, για τον παππού μου Γιώργο, όπως είπα και παραπάνω), ένα από τα πιο έξυπνα άτομα, που έχω γνωρίσει ποτέ, με, εξαιρετικά, ψηλό IQ, κάνει την πρώτη δήλωση « Φέτος θα κάνουμε τα Χριστούγεννα, μανάρια μου, στο σπίτι μας, στο δικό μου παλατάκι, θα καλέσω, όμως, και τους ’17 νοματαίους’ που τρώγαμε μαζί τα άλλα χρόνια, αλλά και, και το τόνισε πολύ αυτό … και τον πατέραμ και μάναμ από τον ΑηΘόδωρο το χωριόμ». Εμείς, τα μικρά τσιρίζαμε από τη χαρά μας (αλλά σκεφτόμαστε, ότι η μανιά από τον Αγιο Θεόδωρο θα μας έφερνε και παραπανήσια λουκούμια και καραμέλλες).

Ετσι, πάρθηκε η απόφαση, Χριστουγεννα 1953/54 στο νέο σατώ ‘Κώτσος και Ρίνω Μπασαράς΄. Το Μενού: σούπα ‘κουρκούτι γλυκός τραχανάς’, Τσιγαρίδες, Τηγανιά, Ψαρονέφρι με πράσσο και πατάτες, Φέτα πρόβεια, Κουραμπιές με δικά μας τσίγαλα και βούτυρο, κρασί κόκκινο από το δικό μας αμπέλι (ή λεμονάδες ‘Κλιάφα’ για εμάς τα μικρά) και μουσική Ρ/Σ 8ης Μεραρχίας Ιωαννίνων και τραγουδιστές ο παππούς μου Γιώργος και ο αδελφός μου Λάμπρος (του γυμνασίου) εξαίρετες φωνές και οι δυό, ιδιαίτερα στα τραγούδια της τάβλας (Ωρέ με γέλασε μια χαραυγή… του Κίτσου η μάννα καθονταν … σηκώσου επάνω Γιάννο μου ….).

Και, ήσυχα περνούσαν οι μέρες τής Σαρακοστής, νηστεία, ο πατέρας στο βιός του και στη σπορά, εμείς στο σχολείο, τις μετρούσαμε πόσες μένουν ακόμη για τη μεγάλη γιορτή, τα Χριστουγεννα, στο δικό μας σπίτι.

Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα κι ο αρχικαλικάντζαρος (και τα καρκαντζάλια όπως τα έλεγαν) είχε την τιμητική στο δικό μας. Εμείς τα αγόρια λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα (και μέχρι την παραμονή της νέας χρονιάς), ζωνόμαστε αρμαθιές από μεγάλα κουδούνια και κυπριά από τα πρόβατα και τα γελάδια, και ξεχυνόμαστε και ανεβαίναμε και αλαλάζαμε στις γύρω ράχες για να γίνουμε ακουστοί και από τα άλλα χωριά και να δώσουμε το δικό μας χρώμα στις γιορτές (και, ιδιαίτερα τη Σαρακίνα και τη Μεγάρχη γιατί είχαμε μεγάλο παιδικό ανταγωνισμό), αναβιώνοντας παλιά έθιμα, κατάλοιπα από τα Γενιτσαριά κι από την Τουρκοκρατία.

Και, μετρώντας τις μέρες, και ‘ξενηστικωμένοι’ και μαραμένοι από τη σαρακοστιανή νηστεία, φτάσαμε στην παραμονή των Χριστουγέννων – Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 1953 – Ηταν και η μέρα που θα γίνονταν η ‘θυσία’ (σφαγή) της γουρούνας στο σπίτι μας (και σε όλα τα σπίτια του χωριού).

    

'Ολο το χωριό ανάστατο για να ΄σφάξει’ τα γουρούνια. Κίνηση, χαντζιάρες, τομάρια, αίματα, σκούξιμο, χαμός γινόταν. Ολόκληρη ιεροτελεστία η γουρουνοσφαγή. Εθελοντές χασάπηδες, μ' αντάλλαγμα το τομάρι, αναλάμβαναν τη ‘δουλειά’.

Ο πατέρας, που ήταν στην άλλη μεριά του Πηνειού (πέρα από το ποτάμι, όπως λέγαμε), παρακάλεσε τον ανεψιό του τον Νικόλα να φυλάξει και ταϊσει και το δικό του βιός στο Σκούμπο για να μπορέσει να σφάξει το γουρούνι και να κάνει Χριστούγεννα με την οικογένεια στο νέο σπίτι. Το ποτάμι φουσκωμένο με νερό δεν μπορούσε να το περάσει, και έπρεπε για μια απόσταση ποταμιάς ενός χιλιομέτρου να περπατήσει με το άλογο δέκα χιλιόμετρα και να πάει γύρω-γύρω από το παλιό γεφύρι της Σαρακίνας. Και, ήλθε κατά το μεσημεράκι. Τον περίμεναν οι ‘σφαγείς’ και μαζί τρεις-τέσσερις, ένας κάθονταν πάνω στην κοιλιά, αφού το γύρισαν ανάσκελα, ‘τό 'σφαξαν’, το γύρισαν προς την ανατολή (εκεί ανάμεσα στο σπίτι και στο μαγειριό), η μάννα έφερε τη φτυαρίτσα με θυμίαμα και κάρβουνα, για να το θυμιατίσει, για να το φάμε ‘με γειά’, όπως μας έλεγε.

Κι άρχισε το λιάνισμα. Ο αητός για. τη βασιλόπιτα, τα ποδάρια και το κεφάλι για τα πατσιάδια, που φτιάχναμε τα Φώτα, έβγαζε η Ρίνω (η μάννα μου) το λίπος, καμαρώνοντας για του τέσσερεις τενεκέδες λίπας που μάζεψε. 'Εβγαλε τ' άντερα., τη συκωταριά, να φάνε οι ξένοι, 'να ξεντροπιαστούμε', το κρέας για τα λουκάνικα, που τόκοβε στο κρεατοσάνιδο κι ύστερα το χώριζε: ψαχνό, ψαρονέφρι, μπριζόλες, έντερα για λουκάνικα, κόκκαλα για την κάδη με αρμύρα., αλευριά για τον Μάη, με τα κουκιά, που διατηρούνταν προτηγανισμένο μέσα σε λίπα, νεφραιμιά, άλλο για λάχανα, άλλο για ξινό τραχανά, για τηγανιά και -πάνω από όλα- οι πεντανόστιμες τσιγαρίδες. Το κάθε μέρος είχε και τον προορισμό τον. Φρέσκες τσιγαρίδες, ζεστές - ζεστές, ροδοκόκκινες μ' αλάτι, τσιγαρίδες με πράσα, να τρώει η μάνα και τον παιδιού της να σκέπτεται να δώσει. Και τελείωνε η γουρουνοτελετή με σταυρωτό θυμιάτισμα στο μέρος που έγινε η σφαγή.

Κι αφού, η μάννα, τακτοποίησε το καθετί, κόκκαλα, κοψίδια και λουκάνικα, τα φύλαξε καλά να μην τα μαγαρίσουν τα παγανά και καρτερούσαμε μ' ανυπομονησία και όρεξη, πότε ν' αρτηθούμε, για να τα φάμε. Κύτταξε βέβαια και τη σπάλα και τη σπλήνα κάνοντας τις προβλέψεις για όλο τον χρόνο: γάμος στο σπίτι, αρρώστια, θάνατος, γέννα, καιρός κ.ά. Η σπάλα έδειχνε θάνατο (όπως, μας το είπε αργότερα), δαγκώθηκε η μάννα, δεν μας το είπε (τρεις μήνες μετά τον Φλεβάρη, 1954 πέθανε ο αδελφός της ο Λάμπρος, χρονών 33, από τον επάρατο καρκίνο). Κι αναβίωναν, έτσι στο χωριό, παλιές ειδωλολατρικές συνήθειες και λατρείες, βωμούς, θυσιαστήρια, οιωνοσκοπίες μαντείες και ξέθαβαν Τειρεσίες και Κάλχαντες.

Και μεις τα τρία μικρότερα, και πιο πολύ εγώ, με λαχτάρα καρτερούσαμε τη φούσκα (ουροδόχος κύστη) του γουρουνιού. Μόλις σφάζονταν, δεν το κουνούσαμε ρούπι. Ούτε ανάσα δεν παίρναμε από την αγωνία πότε θα φτάσει ο σφαγέας στο ξεκοίλιασμα να βγάλει τ' άντερα και τη φούσκα, να την αρπάξουμε πρώτοι εμείς, συνήθως τα μικρότερα. Την αρπάζαμε αμέσως ζεστή - ζεστή, όλο χαρά κι ικανοποίηση, την κρατούσαμε για λίγο στα χέρια μας, ευλαβικά., σαν τρόπαιο νίκης και άρχιζε στη συνέχεια η ιεροτελεστία. Τη χτυπούσαμε στη στάχτη, τη φουσκώναμε με το στόμα μας, βάζαμε σπυριά καλαμπόκι για να βροντάει παίζοντας και την κάναμε μπαλόνι ή μπάλα για ποδόσφαιρο.

Αρχισε να βραδιάζει, ο Κόζιακας έκλεινε, σημάδι ότι ο καιρός θα άλλαζε. Ο πατέρας άναψε τα τζάκια, ένα σε κάθε κάμαρα. Η μάννα ζέστανε το νερό σε δυό μεγάλους κάδους και μας πήρε εμάς τα μικρότερα, πίσω στην αποθήκη, που την χρησιμοποιούσε και σαν πλυσταριό. Πρώτα τη Φανή και μετά εμάς. Θυμάμαι με έβαλε στη σκάφη και με πράσινο σαπούνι με έπλενε, ένα δυό τρία χέρια, με έλουσε αν και κουρεμένος γουλί, γαργαλιόμουνα, μου έκοψε τα νύχια, με σκούπισε με μοσχοβόλησε με λεβάντα και με έντυσε με τα νυχτιάτικα.

Κάτσαμε γύρω στο τζάκι, η γιαγιά, ο πατέρας, τα παιδιά που μοσχοβολούσαμε. Ο πατέρας άρχισε να μας λέει μικρές ιστορίες τόσο από την Αλβανία όσο και από τον Εμφύλιο (5 με 10 χρόνια, πριν). Και, την παραμονή νηστεύαμε, ανήμερα θα ‘αρτηνόμασταν’. Η μια ιστορία διαδέχονταν την άλλη. Επρεπε να πέσουμε νωρίς, γιατί την άλλη μέρα έπρεπε να πάμε στην εκκλησία πολύ νωρίς, για να πάρουμε χρυσό δοντάκι, δυό ώρες πριν φέξει, δεν είχαμε ρολόι, αλλά θα μας ξυπνούσαν με το πρώτο λάλημα του κόκκορα. Η μάννα συνέχιζε τη δουλειά και όλες τις προετοιμασίες για την μεγάλη μέρα που θα ξημέρωνε. Και, ήταν η πρώτη φορά στο σπίτι της, στο δικό της σπίτι… και τα ήθελε όλα στην εντέλεια.

Και, κουρασμένοι, μπανιαρισμένοι και ευτυχισμένοι όπως είμαστε, πήγαμε στη στρωμένη, με διπλή βελέντζα τα φλόκια κάτω, ψάθα και με τη σειρά: ο Λάμπρος, η Φανή, Εγώ και ο Νίκος στην άλλη άκρη. Η γιαγιά Θεοπούλα στο ντιβανάκι της, δίπλα. Στην άλλη ακρη το τζάκι σιγόκαιγε. Πολύ γρήγορα μια χορωδία παιδικών ροχαλητών γέμισε την κάμαρα.

Και, Κουκουρίκο, άγρια μεσάνυχτα. Μας σήκωσε η μάννα, με τις τσίμπλες στα μάτια, νιφτήκαμε, στο νιπτήρα της σάλας που είχε επάνω και ένα μικρό καθρέφτη με την ‘Καλημέρα’. Ντιν-νταν-ντιν η καμπάνα από το ψηλό καμπαναριό του ΑηΓιώργη, προσκαλούσε τους πιστούς για τη μεγάλη λειτουργία. Μας φόρεσε τα καλά μας, εμένα, μπλέ σκούρο κοντό παντελόνι, μάλλινο χοντρό κατασάρκι, θαλασσί ποπλίνα πουκάμισο, τιράντες, μπορντώ σκαρπινάκια, μαύρα μάλλινα -πλεγμένα από την ίδια τσερέπια (κάλτσες) πράσινη βαθειά σκούρα μπλούζα πλεγμένη, επίσης, από τα χέρια της, και χοντρό γκρί σακκάκι (παλτουδάκι δεν είχα). Ο πατέρας το παλιό καλό κοστούμι (προπολεμικό, γαμπριάτικο) και σκούτινο (από μαλλί των δικών του προβάτων) παλτό ενώ η μάννα μου την καλή της παλιά φορεσιά της καραγκούνας με τα όσα στολίδια και φλουριά είχε. Και, νάμαστε, στην αυλή.

Και, νά ή έκπληξη, χιόνι-χιόνι-χιόνι, στρωμένο όλη τη νύχτα μέχρι το γόνατο, και πολύ μαλακό. Πόση χαρά! Πόση ευτυχία! Πόση ηρεμία! Ευτυχώς, ο ΑηΓιώργης, ήταν πολύ κοντά στο σπίτι μας, ούτε πενήντα μέτρα. Σιγά, σιγά γέμιζε η εκκλησιά, πολύς, μα πολύς κόσμος, και πάνω από τριακόσιοι. Κατάνυξη, ταπεινότητα, γαλήνη, προσμονή, ελπίδα. Εμάς, τα παιδιά του δημοτικού ο δάσκαλος μας έβαζε όλα μαζί, είμασταν καμια πενηνταριά. Οι γυναίκες ανέβαιναν στον γυναικονίτη. Και, οι ψαλτάδες, προπάντων ο μπαρμπα-Αχιλλέας, ο δάσκαλος και ο αδελφός μου Λάμπρος (που έλεγε, πάντα και τον Απόστολο) έψαλλαν πολύ, μα πολύ ωραία:
Η Παρθένος σήμερον, τον προαιώνιον Λόγον, ….

Η Παρθένος σήμερον, τὸν υπερούσιον τίκτει,
Και η γη το Σπήλαιον, τω απροσίτω προσάγει .….

Και, εμείς τα μικρά του δημοτικού, ανταγωνιζόμενα, να σιγουντάρουμε…
Μμμ… μουμουμου… μιμιμιμι.
Και, έτσι, ξημέρωσε, έφεξε για τα καλά, και πήραμε και χρυσό δοντάκι, και αντίδωρο, και καμαρώναμε και φουσκώναμε με τα ωραία ρουχαλάκια μας.

Εξω, να χιονίζει και να τα ασπρίζει όλα! Υστερα ολοι, και οι εφτά, χέρι-χέρι στο σπίτι για να γιορτάσουμε τα Χριστούγεννα. Μπροστά, ο πατέρας για να ανοίγει το δρόμο.

Μπαίνοντας στο σπίτι, ο πατέρας έρριξε ένα μεγάλο κλαρί πουρνάρι στα τζάκια που έκαιγαν και με τον χαρακτηριστικό ήχο, το πριτσάλισμα, έκανε τις ανάλογες παραδοσιακές ευχές, έπαιρνε και έρριχνε μια χούφτα σπούρνη (στάχτη): σπούρνη τα πουλιά, τ' αρνάκια, γαμπροί, νύφες, εγγόνια, στάρια, κριθάρια, καλαμπόκια και το καθιερωμένο αλάτι στη θράκα για τον ίδιο σκοπό και λόγο και με τις ίδιες ευχές. Και, η μάνα τέλειωνε με θυμιάτισμα.

Εμείς καθίσαμε, γύρω στο τζάκι, η μάνα μας έφερε καψαλισμένο ψωμί, αυγό βραστό, τυράκι, μαρμελάδα από τα δικά μας κυδώνια, κουλούρια και χριστόψωμα στολισμένα για να κολατσίσουμε, ώσπου να έλθει το γιόμα και να γιορτάσουμε όλοι μαζί.

Πρώτοι ήλθαν ο παππούς Γιώργος και η γιαγιά Ελένη, από τον Αηθόδωρο (2 χιλιόμετρα μακριά) με τα καλά τους. Ο παππούς μου πάντα με τον παλιό ωραίο μπερέ. Φιλήσαμε το χέρι τους, μας φίλησαν και έσφιξαν στην αγκαλιά τους.

Σιγά-σιγά έφτασαν ο Μπαρμπα Σπύρος με τη φαμίλια του (τρεις κόρες και ένα παιδί), ύστερα ο μεγαλύτερος ο Μπαρμπα Γιώργος με την Βασιλική και τον Βασίλη. Ολοι με τις καλές τους φορεσιές. Φιλούσαν όλοι το χέρι των πρεσβύτερων και εμείς επίσης φιλούσαμε το χέρι των θείων και θειάδων.
Ηλθε, και, η Βασιλική, η αδελφή του πατέρα μου (παντρεμένη στη Σαρακίνα), με τα παιδιά τον Χρήστο και την Μαρία (ο μπάρμπας μου, ο Σωτήρης Φουρτούνης, ένας ιδεολόγος κομμουνιστής, ήταν στην Μακρόνησο).

Η Μάνα μου έβαλε γύρω στις τάβλες της μεγάλης κάμαρας, μαξιλάρια δέκα και έκατσαν όλοι οι πρεσβύτεροι, στην κορυφή με την πλάτη στο τζάκι η μανιά Θεοπούλα (ήταν 75, τότε).
Τα παιδιά, έξη κορίτσια και έξη αγόρια κάτσαμε γύρω στις τάβλες της άλλης κάμαρας. Το τζάκι έκαιγε. Η μεγαλύτερη ήταν η Βασιλική 19 και οι μικρότερες η Αγλαϊα και η Φανή 5. Εγώ ήμουνα 8.

Η σάλα, ήταν σκόπιμα μισοάδεια (δεν υπήρχαν, βέβαια και έπιπλα στο καινούργιο σπίτι) για να χορέψουν οι πρεσβύτεροι και προπάντων οι νέες κοπελλιές.

Εξω, χιόνιζε αδιάκοπα, κάπου κάπου περνούσαν από την αυλή κανένας κοκκινογκούσης και καμιά καρδερίνα ή κότσυφας αναζητώντας τροφή. Ο τάβλες με την βοήθεια των μεγαλύτερων κοριτσιών γέμισαν με λαήνια κοκκινέλι (από το δικό μας αμπέλι, δεν τα ξέραμε τα σφραγιστά τότε), ταψιά από τσιγαρίδες και τηγανιές και Χριστόψωμα.

Υστερα, έστρωσαν τα λίγα πήλινα πιάτα (με κάτι πράσινα λουλουδάκια) της μάννας μου (είχαν φέρει και οι συνυφάδες της τα δικά τους), τα φύλαγε πάντα για τους μουσαφίρηδες. Και οι ξαδέλφες έβαλαν τη σούπα ‘κουρκούτι γλυκός τραχανάς με αλανιάρα κότα’ για να φτιάξει το στομάχι όλων για το μεγάλο φαγοπότι μετά την Σαρακοστή.

Ο πατέρας μου άνοιξε το φαγοπότι με την προσευχή και τις ευχές σε όλους. Ο Ρ/Σ της 8ης Μεραρχίας Ιωαννίνων έπαιζε ωραία τραγούδια της τάβλας και πού και πού κάποιο λαϊκό. Τα κουτάλια ακουγόντουσαν σαν να ήταν μια μικρή ορχήστρα από χάλκινα.

Υστερα η μάννα με τη βοήθεια των ανεψιών της (την αγαπούσαν πολύ γιατί δεν είχαν και τη μεγάλη διαφορά ηλικίας), μάζεψαν τα πιάτα της σούπας και έβαλαν πάλι πήλινα αλλά ρηχά αυτή τη φορά. Εφεραν και γέμισαν τις τάβλες με πήλινες πιατέλες με τσιγαρίδες, τηγανιές, ψαρονέφρια με πράσσο και πατάτες και φέτα πρόβεια. Ξαναγέμισαν τα λαήνια με το ωραίο δικό μας κρασί.

Η όρεξη είχε ανοίξει για τα καλά, το βαρελίσιο κρασί έρρεε και τα ποτήρια, γρήγορα, άδειαζαν (ήταν και ελαφρύ το σπιτίσιο κρασί), τα κοψίδια: οι μεγάλοι και οι μικροί τα έτρωγαν με τα χέρια τους. Οι μικροί έγλειφαν τα δάχτυλα. Το κέφι ανέβαινε. Εξω, συνέχιζε να χιονίζει, δεν έβλεπες ούτε τα Μετέωρα ούτε τον Κόζιακα.

Και, νά! ο παππούς μου Σκρέκας- βλέποντας την πρωτότοκή του ‘την βοσκοπούλα’ με τα εγγόνια του στο δικό τους σπίτι- μεράκλωσε και άρχισε να τραγουδά πολύ ωραία (τραγουδούσε, ακόμη, και στους γάμους και στα πανηγύρια) με το σιγουντάρισμα του Λάμπρου (τον ζηλεύαμε όλοι οι μικροί γιατί τραγουδούσε ωραία) ένα ωραίο τραγούδι της τάβλας: ‘’Μωρέ, του Κίτσου η μά- μωρέ η μάνα κάθουνταν/στην άκρη στο ποτάμι,/με το ποτά- μωρέ ποτάμι μάλωνε/Με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε…’’ (ΕΔΩ!
Το κέφι ανέβηκε με το τραγούδι:

‘Ένας πασάς διαβαίνει κι άλλος έρχεται/Στα Τρίκαλα πηγαίνουν, μες στον κασαμπά./Στα Τρίκαλα πηγαίνουν, μες στον κασαμπά,/γυρεύουν τους γερόντους τους Τρικαλινούς (ΕΔΩ!), και όλοι μικροί και μεγάλοι επάνω και χόρευαν, με πολύ χαρά, στην σάλα,

ύστερα το μπεράτι: ‘’Μπαίνω μες στ’ αμπέλι, μπαίνω μες στ’ αμπέλι/μπαίνω μες στ’ αμπέλι σα νοικοκυρά,/μωρ' σα νοικοκυρά΄΄ (ΕΔΩ!).

Και, με την Παπαλάμπραινα.. ‘στου Παπαλάμπρου την αυλή,/στου Παπαλάμπρου την αυλή,/είναι μια μάζεψη πολλή.’ (ΕΔΩ!)

Υστερα, ο Λιούλιος ‘Ποιός είναι εκείνος που είναι εκεί πέρα/ αχ Λιούλιε καημένε, καημένε Λιούλιε/ Λιούλιε μου και μανουσάκι τ’ασπρο σου το γελεκάκι/ μην είναι ο Γιώργος μην είναι ο Κώστας’ (ΕΔΩ!)

Και, εκεί που χορεύαμε, βλέπουμε τη γιαγιά Θεοπούλα, να σηκώνεται, στητή και περήφανη, να χορεύει αργόσυρτα, μα με πολύ καημό και καμάρι, δεν την είχα δεί ποτέ να χορεύει, δεν μπορώ να σας περιγράψω τη συγκίνηση και το κλάμα όλων, σηκωθήκαμε όλοι και βαράγαμε παλαμάκια (ήταν 10 χρόνια, που σκοτώσανε τον παππού, και, σίγουρα ο Λιούλιος, στο μυαλό της, ήταν ο παππούς μου Τάσος και τα παιδιά του Γιώργος και Κώστας-ο πατέρας μου, και αυτά φανταζότανε η μανιά μου, το κατάλαβα 63 χρόνια μετά ακούγοντας αυτό το τραγούδι, όταν έχασα τον Κωνσταντίνο μου και μου έμεινε μόνο ο Γιώργος).

Και, βλέπω τον λιγομίλητο πατέρα μου, έχοντας μερακλώσει και από το χορό της μάννας του, της γιαγιάς Θεοπούλας και απο την ωραία ατμόσφαιρα, να λέει στον παππού μου ΄πεθερέ δεν τραγουδάς και για μένα την Νταλιάνα...'
-και βέβαια, γαμπρέμ κια για την τσούπραμ την Ρίνω, απαντάει ο παππούς. Και αμέσως με το συγουντάρισμα του εγγονού του, ο παππούς:  Δεν μπόρεσα Νταλιάνα μου δεν μπόρεσα να βρω καμιά,/ δεν μπόρεσα να βρω καμιά σαν τη δική σου εμορφιά....  Ωρ’ Νταλιάνα μου ωρ’ Νταλιάνα μου,/ωρ’ ‘σύ μ’ έφαγες τα νιάτα μου. Και, να ο πατέρας και η μάννα, επάνω, όμορφοι, στητοί, ευτυχισμένοι (εκείνος 45, εκείνη 35 και είχαν 20 χρόνια παντρεμένοι) να χορεύουν με καμάρι και περηφάνεια. Δεν τους είχαμε δει (ούτε τους ξανάδαμε) ποτέ έτσι. Εμείς τα μικρά σηκωθήκαμε και πιαστήκαμε στο τέλος ακολουθώντας τους τα βήματα του τσάμικου, πολύ αγαπημένου στα Τρίκαλα. (ΕΔΩ!)
Και, ύστερα, ολοι μα όλοι, επάνω, και ο παππούς μερακλωμένος… ‘’Καραγκούνα πάει στη βρύση/ το σταμνί της να γιομίσει./Κάντε πέρα να περάσω/ το χορό σας μη χαλάσω./Καραγκούνα καραγκούνα/με σαγιά και με σιγκούνια" (ΕΔΩ!)
Και μεγάλο το κέφι, πολλή η αγάπη, ολοι τραγουδούσαν και χόρευαν.

Ατέλειωτη η χαρά και σιγά σιγά έκλεινε η μεγάλη Χριστουγεννιάτικη μέρα σουρωμένη με ευτυχία, με γαλήνη, με προσμονή.

Το χιόνι άρχισε να καταλαγιάζει…

Ο παππούς μου ο Σκρέκας, με τη γιαγιά στο σαμάρι και αυτός ξανά στα καπούλια της γομαρίτσας του, πήρε το δρόμο της επιστροφής στην Ανατολή, στον Αηθόδωρο.
Η Θειά μου η Βασίλω, με τα παιδιά, με τα πόδια προς το Βορρά, ένα χιλιόμετρο μακριά, στη Σαρακίνα.
Και, την άλλη μέρα ο πατέρας μου, τον δρόμο επιστροφής για τον Σκούμπο (πέρα από το ποτάμι), όπου είχε το βιός του και για να αλλάξει τον Νικόλα, τον ανεψιό του, έπρεπε και αυτός να γιορτάσει με την οικογένειά του, την άλλη μέρα, τη δεύτερη των Χριστουγέννων, το Σάββατο.

Αυτά ήταν τα Χριστούγεννα του 1953/54, ημέρα Παρασκευή.

Από τότε γιόρτασα πολλές φορές τα Χριστούγεννα (πάνω από 65), σε πάνω από 20 σπίτια και 15 πόλεις και πέντε χώρες.

Ωστόσο, ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ δεν έζησα τόσο: ευτυχισμένα, οικογενειακά, χαρούμενα, χορτάτα, ολοκληρωμένα Χριστούγεννα!
ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ δεν έκανα ΤΕΤΟΙΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ!

Αναστάσιος Μπασαράς
Δεκέμβριος 24/2019