Δημήτρης Ιωάννου*: Μεγάλα ψέματα για τα Μνημόνια

(1ο): «Οι Ευρωπαίοι θυσίασαν την Ελλάδα για να σώσουν τις τράπεζές τους»

Τα οκτώ τελευταία χρόνια ζήσαμε μέσα στην ιδεολογική τρομοκρατία και στον υστερικό παραλογισμό σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλά από τα ψέματα και οι ανακρίβειες με τα οποία βομβαρδιζόμασταν κατέληξαν να θεωρούνται, από τους περισσότερους, αυταπόδεικτες αλήθειες. Είναι τραγικό ότι βγαίνοντας από αυτήν την περίοδο δεν έχουμε αντιληφθεί σε συλλογικό επίπεδο τι συνέβη και δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε την απλή λογική για να ξεχωρίζουμε το ψεύδος από την αλήθεια – ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν καθοριστικά την ίδια τη ζωή μας και το μέλλον μας.

Ψέμα πρώτο: Οι Ευρωπαίοι θυσίασαν την Ελλάδα για να σώσουν τις τράπεζές τους

Δυστυχώς, αυτό δεν είναι μόνο ψέμα, αλλά ενίοτε είναι και λάθος, με την έννοια ότι το αναπαράγουν και ορισμένα «φερέφωνα του διεθνούς κεφαλαίου» όπως οι FT, το Bloomberg ή ο Guardian, παρασυρόμενα προφανώς, και αυτά, από την ισχύ της «επαναστατικής» ιδεολογικής προπαγάνδας. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, όμως, είναι ψευδής και λανθασμένος από δύο πλευρές.

Πρώτον, και κυριότερον, διότι όχι μόνο η Ελλάδα δεν «θυσιάστηκε» από την ευρωπαϊκή επέμβαση, την οποία άλλωστε εκλιπάρησε, αλλά αντιθέτως η ευρωπαϊκή επέμβαση την διέσωσε από τη μεγάλη –αδιανόητη ως προς το μέγεθός της– καταστροφή που την απειλούσε. Δεύτερον, και εξίσου σημαντικό: κανείς από όλους όσους έχουν διατυπώσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό περί «θυσίας» της Ελλάδας προς χάριν των τραπεζών, δεν έχει τη δυνατότητα να δώσει μία λογική περιγραφή για το ποια θα ήταν η εναλλακτική διαδικασία, δηλαδή η διαδικασία μέσω της οποίας η Ελλάδα θα διέφευγε κάθε κινδυνο και θα συνέχιζε να ζει με τον ίδιο τρόπο, ενώ θα είχαν «τιμωρηθεί» και επωμισθεί τα βάρη της χρεοκοπίας της οι ευρωπαϊκές τράπεζες.

Κανείς δεν έχει καταφέρει να περιγράψει μία λογική τέτοια εναλλακτική εκδοχή διάσωσης της Ελλάδας για τον πολύ απλό λόγο ότι, στον πραγματικό κόσμο, σε καμία στιγμή δεν υπήρχε τέτοια εναλλακτική δυνατότητα η οποία θα επέτρεπε στην Ελλάδα να συνεχίσει να έχει ένα ΑΕΠ 242 ή έστω 230 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υφίσταντο σοβαρές απώλειες από τα ελληνικά ομόλογα τα οποία η Ελλάδα, το 2010, δεν μπορούσε πλέον ούτε να εξυπηρετήσει ως προς τους τόκους τους, ούτε και να ανανεώσει στη λήξη τους με αναχρηματοδότηση μέσω δανεικών.

Ας αναρωτηθεί κανείς: εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθώντας το παράδειγμα του αμερικανικού Τreasury με τη Lehman Brothers το 2010, αποφάσιζε να «τιμωρήσει» τις ευρωπαϊκές τράπεζες επιτρέποντας στην Ελλάδα να αθετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, δηλαδή να χρεοκοπήσει, ή, ακόμη, εάν η ίδια η Ελλάδα αποφάσιζε να δηλώσει μονομερή χρεοκοπία παύοντας να εξυπηρετεί το χρέος της, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Το πιο πιθανό είναι ότι, στις συγκεκριμένες συνθήκες εκείνης της στιγμής, οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα κατέρρεαν. Και τι θα γινόταν εάν οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατέρρεαν; Φυσικά θα τις ακολουθούσε προς την ίδια κατεύθυνση και η ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της.

Στην κατάρρευση μάλιστα της ευρωπαϊκής οικονομίας θα συνέβαλε σημαντικά και μία άλλη διαδικασία, που θα είχε ξεκινήσει παράλληλα με την κατάρρευση των τραπεζών. Διότι εάν γινόταν φανερό πως ένα κράτος-μέλος της ευρωζώνης, το οποίο δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του, χρεοκοπεί, άμεσο αποτέλεσμα θα ήταν πως οι αγορές θα καταλαμβάνονταν από πανικό και για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ευρωζώνης που είχαν παρεμφερή προβλήματα, δηλαδή για την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία και την Ιταλία, και θα προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τα ομόλογά τους. Το αποτέλεσμα θα ήταν ότι αυτή η παράλληλη διαδικασία απλώς θα επιτάχυνε την κατάρρευση των τραπεζών και την ολική καταστροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το απλό ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής: εάν η ευρωπαϊκή οικονομία είχε καταστραφεί εξαιτίας της Ελλάδας, εάν δηλαδή η Ευρώπη είχε προτιμήσει, ακολουθώντας την προπαγανδιστική ρητορική, να αυτοκτονήσει, επιλέγοντας να «θυσιάσει» τις τράπεζές της, αντί να «θυσιάσει» την Ελλάδα, εμείς τι θα είχαμε να περιμένουμε από αυτό; Μήπως, δηλαδή, μέσα στη γενικευμένη καταστροφή, η ελληνική οικονομία θα είχε παραμείνει αλώβητη και θα μπορούσαν οι Έλληνες να συνεχίσουν να ζουν όπως ζούσαν και προηγουμένως, έως το 2009, χωρίς να αισθάνονται κανένα πρόβλημα και καμιά ανησυχία για τα προβλήματα και τα βάσανα των Ευρωπαίων;

Φυσικά και όχι. Εκείνο που θα συνέβαινε σε μία τέτοια περίπτωση είναι πως η Ελλάδα θα επηρεαζόταν άμεσα και δραστικά από την ευρωπαϊκή κρίση (την οποία θα είχε προκαλέσει με την χρεοκοπία της), ώστε και αυτή η ίδια θα κινδύνευε να επιστρέψει στην εποχή του λίθου, ενώ το ΑΕΠ της θα είχε εξαϋλωθεί. Χωρίς αμφιβολία θα είχε βρεθεί στην τραγική εκείνη κατάσταση όπου, για μακρύ χρονικό διάστημα, δεν θα υπήρχαν φάρμακα, δεν θα υπήρχαν καύσιμα και δεν θα υπήρχαν και τρόφιμα. Αυτό θα ήταν η συνέπεια της φαντασιώδους προσπάθειας να «σωθεί» η Ελλάδα και να «τιμωρηθούν» οι ευρωπαϊκές τράπεζες: αφού πρώτα θα κατέρρεε η ευρωπαϊκή οικονομία, στη συνέχεια η χώρα μας θα είχε μεταβληθεί σε κρανίου τόπο.

Στην πραγματικότητα, ο μόνος δρόμος που υπήρχε, τη συγκεκριμένη στιγμή του 2010, προκειμένου να απομειωθούν και να αποφευχθούν οι τρομακτικές απειλές που ορθώνονταν τόσο απέναντι στην οικονομία της ευρωζώνης όσο και της Ελλάδας, ήταν ο συγκεκριμένος δρόμος που ακολουθήθηκε. Και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν έχει μπορέσει να δώσει, πέραν συνθημάτων και προπαγάνδας, μία λογική και πειστική περιγραφή για το τι θα μπορούσε να γίνει εναλλακτικά, και οι συνέπειες να είναι μικρότερες.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι θα ήταν τρομερό θράσος από οποιονδήποτε εκπρόσωπο της αντιμνημονιακής παραφροσύνης να ισχυριστεί ότι δεν θα κατέρρεε η ευρωπαϊκή οικονομία ως αποτέλεσμα μιας ελληνικής χρεοκοπίας του 2010. Ας θυμίσουμε ότι ακόμα και το 2015, και παρά το γεγονός ότι τα πράγματα πλέον είχαν αλλάξει, και οι Ευρωπαίοι είχαν πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αφοπλίσουν την χρηματοπιστωτική «βόμβα» που λεγόταν Ελλάδα, οι εγχώριοι οπαδοί της αντιμνημονιακής παραφροσύνης επέμεναν πως η σωτηρία και η επιβίωση της Ευρώπης βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων, οι οποίοι αν αποφάσιζαν να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους θα μπορούσαν να τινάξουν όλη την ευρωπαϊκή οικονομία στον αέρα! Και με αυτή την παρανοϊκή σκέψη κατά νου προχώρησαν στο καταστροφικό, όσο και γελοίο, δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015.

(2): Το ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε 25% εξαιτίας των Μνημονίων

Τα οκτώ τελευταία χρόνια ζήσαμε μέσα στην ιδεολογική τρομοκρατία και στον υστερικό παραλογισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλά από τα ψέματα και τις ανακρίβειες με τις οποίες βομβαρδιζόμασταν κατέληξαν να θεωρούνται, από τους περισσότερους, αυταπόδεικτες αλήθειες. 
 Είναι τραγικό ότι βγαίνοντας από αυτήν την περίοδο δεν έχουμε αντιληφθεί σε συλλογικό επίπεδο τι συνέβη και δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε την απλή λογική για να ξεχωρίζουμε το ψεύδος από την αλήθεια – ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν καθοριστικά την ίδια την ζωή μας και το μέλλον μας.

Ψέμα δεύτερο: το ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε 25% εξαιτίας των Μνημονίων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2008 το (ονομαστικό) ΑΕΠ της Ελλάδας είχε φτάσει στα 242 δισ. ευρώ. Αντίθετα το 2017 είχε μειωθεί στα 174 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μία μείωση περίπου 28%, με έτος βάσης το 2008. (Τα μεγέθη είναι αντίστοιχα περίπου και για τις πραγματικές, αποπληθωρισμένες, τιμές). Στηριγμένοι σε αυτό οι επικριτές των Mνημονίων ισχυρίζονται πως αιτία της μείωσης του ΑΕΠ είναι η πολιτική λιτότητας», η οποία επιβλήθηκε με τα τρία, μέχρι σήμερα, σταθεροποιητικά προγράμματα της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται μάλλον για την πλέον διαδεδομένη πεποίθηση αλλά επίσης και για το μεγαλύτερο ψεύδος της αντιμνημονιακής προπαγάνδας.

Στην πραγματικότητα όχι μόνο τα Μνημόνια δεν ευθύνονται για τη μείωση του ελληνικού ΑΕΠ αλλά, όλως αντιθέτως, η ύπαρξή τους ήταν ο λόγος για τον οποίο η μείωση περιορίστηκε μόνο στο 28% και δεν πήρε καταστροφικές διαστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει τη χώρα στην πλήρη διάλυση και τον λαό της στον εξανδραποδισμό.

Βέβαια η άποψη ότι τα Μνημόνια ευθύνονται για την πτώση του ΑΕΠ θα μπορούσε να ήταν ορθή και βάσιμη σε μία περίπτωση. Στην περίπτωση, δηλαδή, που θα κρινόταν ηθικό και αποδεκτό, και θα εφαρμοζόταν πλήρως, το εξής μέτρο: όλες οι άλλες χώρες της ευρωζώνης αναγνωρίζοντας έμπρακτα την πολιτισμική, ανατομική και βιολογική υπεροχή των Ελλήνων, και υποκλινόμενοι σε αυτήν, να έκριναν απαραίτητο και αναγκαίο να επιβάλουν ετήσιο κεφαλικό φόρο σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες τους προκειμένου να συγκεντρώνουν ένα ποσό 40 έως 50 δισεκατομμυρίων ευρώ ανά έτος, το οποίο θα το διέθεταν στους Έλληνες, με τη μορφή δωρεάς, για να μπορούν αυτοί να καλύπτουν όσες ανάγκες της διαβίωσής τους δεν μπορούσαν να καλύψουν με τη δική τους εργασία και το προϊόν της.

Όσοι, εθισμένοι και παρασυρμένοι από την αντιμνημονιακή προπαγάνδα, νιώθουν την ανάγκη να εξοργιστούν και να αγανακτήσουν με τα παραπάνω, ας μην το κάνουν πριν λάβουν υπ’ όψιν τους το εξής: η πεποίθηση ότι τα Μνημόνια φταίνε για τη συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ μετά από το 2010 στηρίζεται στον ισχυρισμό πως βασική αιτία υπήρξε η μείωση των δαπανών του δημοσίου, δηλαδή η απότομη (υποτίθεται) μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τι ακριβώς όμως θα είχαν να αντιπροτείνουν οι υποστηρικτές μιας άλλης πολιτικής, που δεν θα έφερνε την ύφεση, δεν μας το έχουν πει ποτέ με κάποιους αριθμούς και με συγκεκριμένα δεδομένα. Δεν το έχουν πει ποτέ διότι στην πραγματικότητα δεν έχουν τίποτα να πουν που να μην είναι ακραία παράλογο, έως και παρανοϊκό.

Το 2009 ήταν ένα έτος στο οποίο δεν είχαμε Μνημόνιο. Ήταν επίσης ένα έτος στο οποίο δανειστήκαμε αφειδώς με αποτέλεσμα να έχουμε ένα δημοσιονομικό έλλειμμα ίσο με το 15,6% του ΑΕΠ. Εν τούτοις τη χρονιά εκείνη το ΑΕΠ δεν αυξήθηκε. Αντιθέτως, μάλιστα, μειώθηκε, έστω και οριακά. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: ήταν πολιτική λιτότητας» η πολιτική που το δημιούργησε και ήταν μικρό το έλλειμμα του 15,6% και, γι’ αυτό, θα έπρεπε να έχουμε ένα μεγαλύτερο έλλειμμα για να υπάρχει ανάπτυξη; Το επόμενο έτος, 2010, το δημοσιονομικό έλλειμμα, λόγω της ουσιαστικής χρεοκοπίας η οποία εν τω μεταξύ είχε επέλθει, μειώθηκε κατά 5% και, αντίστοιχα, σχεδόν άλλο τόσο, μειώθηκε και το ΑΕΠ.

Αν παρακαλουθήσουμε τη λογική των αντιμνημονιακών θα πρέπει να υποθέσουμε πως για να είχε η οικονομία το 2010 μία στοιχειώδη ανάπτυξη 2% αντί για 10% έλλειμμα, που έφερε μείωση του ΑΕΠ 5%, ή 15% έλλειμμα που έφερε στασιμότητα του ΑΕΠ, θα έπρεπε να είχε υπάρξει ένα (αναπτυξιακό!) δημοσιονομικό έλλειμμα τουλάχιστον 20-25% του ΑΕΠ! Δηλαδή μία χώρα που μόλις είχε χρεοκοπήσει, και δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει και να αποπληρώσει το χρέος της, προκειμένου να επιτύχει μία ελάχιστη ανάπτυξη 2% και με δεδομένο ότι το χρέος της ήταν ήδη μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της, θα έπρεπε να δανεισθεί (δηλαδή να της το χαρίσουν γιατί δεν επρόκειτο να το αποπληρώσει ποτέ) ένα υπερδεκαπλάσιο ποσό από την αύξηση του ΑΕΠ που θα επετύγχανε! Αυτή είναι η «αναπτυξιακή» πολιτική που έχουν κατά νου οι αντιμνημονιακοί. Τη μη εφαρμογή μιας τέτοιας παρανοϊκά παράλογης πολιτικής την ονομάζουν «λιτότητα»! Και προσπαθούν να μας πείσουν (ακόμη και ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι) πως υπήρχε κάποια «επεκτατική αναπτυξιακή» πολιτική, ή κάποια πιο «ήπια» προσαρμογή, που όμως δεν εφαρμόσθηκαν και γι’ αυτό κατέρρευσε το ελληνικό ΑΕΠ! (Πλην όμως δεν μας δίνουν ποτέ ένα μικρό αριθμητικό παράδειγμα πώς μπορούσε να γίνει αυτό).

Εάν όμως η δημοσιονομική πολιτική δεν μπορούσε να σώσει το ελληνικό ΑΕΠ από την κατάρρευση (εφ’ όσον για να αυξηθεί το ΑΕΠ κατά 1 ευρώ, το χρέος θα έπρεπε να αυξηθεί το λιγότερο κατά 10 ευρώ), και αν το ΑΕΠ είχε ήδη αρχίσει να μειώνεται ακόμα και πριν από τη σύναψη των Μνημονίων, τότε ποια ήταν η αιτία της κατάρρευσης του; Η απάντηση σε αυτό είναι πολύ απλή: ο τρόπος που ζούσε η Ελλάδα στη δεκαετία 2000 έως 2010 ήταν ένας τρόπος παράλογος και αφύσικος.

Το επίπεδο εισοδήματος το οποίο απολάμβαναν οι Έλληνες δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες δημιουργίας εισοδήματος της ελληνικής οικονομίας. Αντιστοιχούσε στην εντατική «μόχλευσή» της με δανεικά. Για τον λόγο αυτόν, το παρά φύσιν και τεχνητό επίπεδο εισοδημάτων που απολάμβαναν οι κάτοικοι της χώρας και η ελληνική οικονομία άρχισε, αναπόφευκτα, να καταρρέει μόλις προσέγγισε ένα σημείο καμπής λόγω του ότι δεν μπορούσε να αναχρηματοδοτηθεί το υπέρογκο πλέον χρέος. Αυτό, άλλωστε, οδήγησε στην ανάγκη σύναψης της συμφωνίας για τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.

Για να αντιληφθεί βεβαίως κανείς τους ακριβείς λόγους αυτής της κατάρρευσης, θα πρέπει, σε αντίθεση με τους αντιμνημονιακούς, να παραδεχτεί ότι και στην Ελλάδα ισχύουν οι νόμοι της φυσικής και οι κανόνες της αριθμητικής που ισχύουν σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Εφ’ όσον λοιπόν αποδεχτεί κάποιος, έστω και με βαριά καρδιά, ότι η Ελλάδα είναι μία κανονική χώρα σαν όλες τις άλλες της παγκόσμιας κοινότητας, και έχει τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με αυτές, τότε είναι σε θέση να προσεγγίσει το ζήτημα διαφορετικά.

Κατ’ αρχήν, λοιπόν, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι όποιος υποστηρίζει την άποψη πως τα Μνημόνια είναι η αιτία για τη μείωση του ΑΕΠ κατά 28%, υποστηρίζει, συνεκδοχικά αλλά και αναπόφευκτα, και κάτι άλλο. Ότι το επίπεδο εθνικού εισοδήματος των 240 δισεκατομμυρίων ευρώ του 2009 ήταν φυσιολογικό, αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και, συνεπώς, εξίσου φυσιολογικός ήταν και ο τρόπος που ζούσαμε τότε. Ασχέτως εάν στη διάρκεια μιας δεκαετίας το μεν ελληνικό δημόσιο δανείσθηκε 200 δισεκατομμύρια ευρώ, το δε τραπεζικό σύστημα άλλα 60, (αμφότεροι από το εξωτερικό), τα οποία στη μεγάλη τους πλειοψηφία διοχετεύθηκαν για να τροφοδοτήσουν την κατανάλωση, είτε ως εισοδήματα (μισθοί, συντάξεις κ.λπ.), είτε ευθέως ως καταναλωτικά δάνεια.

Εάν, πάλι, κάποιος δεν τα πηγαίνει πολύ καλά με τους αριθμούς και με τα οικονομικά μεγέθη, θα πρέπει να πιστεύει ότι ήταν πολύ φυσιολογικό για έναν λαό να ζει με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο όπου 50ρηδες, απόφοιτοι ΣΤ΄ Δημοτικού, συνταξιοδοτούνταν από τις ΔΕΚΟ με σύνταξη 2.600 ευρώ τον μήνα και με 100.000 εφ’ άπαξ, όπου στα δημόσια νοσοκομεία (που δεν είχαν καν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα) φορτηγά άδειαζαν τεράστιες ποσότητες φαρμάκων τα οποία στην συνέχεια κανείς δεν ήξερε πού πήγαιναν και τι γινόντουσαν, και όπου υπήρχαν εκατοντάδες εταιρείες του Δημοσίου που κανείς δεν γνώριζε ούτε με τι ασχολούνται, ούτε που βρίσκονταν, ούτε που βρίσκονταν οι υπαλληλοι τους που δεν ήταν ποτέ στα γραφεία τους. (Οι οποίοι, πάντως, ακόμη μισθοδοτούνται κανονικά σε άλλα μετερίζια του Δημοσίου, πλέον. Ευτυχώς με λιγότερα, γιατί τους έκοψε τους μισθούς ή άκαρδη τρόικα).

Όποιος λοιπόν πιστεύει τα προηγούμενα μπορεί κάλλιστα να υποστηρίζει και ότι το επίπεδο εισοδήματος που κατάφερε να μετρήσει η χώρα το 2008 ήταν φυσιολογικό, κανονικό και διατηρήσιμο και όλα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τα δανεικά που είχαν εισρεύσει στο ελληνικό οικονομικό κύκλωμα και είχαν καταναλωθεί την προηγούμενη δεκαετία! Και για τον λόγο αυτό δικαιούται επίσης να πιστεύει ότι η οποιαδήποτε μείωση του ΑΕΠ προέκυψε στην συνέχεια δεν μπορεί παρά να ήταν μία βάναυση επέμβαση

Για όσους, βεβαίως, δεν πιστεύουν όλους τους παραπάνω παραλογισμούς είναι πιο εύκολο να δώσουν απάντηση στο ερώτημα γιατί και πώς ξεκίνησε η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας το 2009, πριν ακόμα μπούμε στα Μνημόνια. Ο λόγος είναι απλός. Είναι κάτι που ισχύει και για άτομα, και για επιχειρήσεις, και για εθνικές οικονομίες. Πρόκειται για το ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει πλούσιος με δανεικά χρήματα, ιδιαίτερα μάλιστα εάν χρησιμοποιεί τα δανεικά όχι για επένδυση που θα αυξησει την παραγωγική του δυνατότητα, αλλά για κατανάλωση. Σε αυτή την περίπτωση κάποια στιγμή η δανειοληπτική ικανότητα εξαντλείται, το χρέος γίνεται χιονοστιβάδα και επέρχεται η κατάρρευση και η χρεοκοπία. Αυτή είναι μία πάρα πολύ απλή αλήθεια η οποία όμως, για κάποιο περίεργο λόγο, δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό των Ελλήνων πολιτών που ψήφιζαν τους πολιτικούς στην εξουσία, αλλά και των Ελλήνων πολιτικών που διαχειρίζονταν την ελληνική οικονομία.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να τροφοδοτείται η κατανάλωση σε μία οικονομίια–και έχουν πολύ μεγάλη διαφορά ο ένας από τον άλλον. Ο πρώτος είναι να τροφοδοτείται η κατανάλωση με –ένα μέρος από– τα εισοδήματα που δημιουργεί η παραγωγική οικονομία. (Το άλλο μέρος θα πρέπει να πηγαίνει στην αποταμίευση - επένδυση για να υπάρχει διαχρονική ισορροπία, δηλαδή ανάπτυξη). Ο άλλος τρόπος είναι να τροφοδοτείς την κατανάλωσή σου μέσω δανεικών. Ο τρόπος αυτός είναι άφρων και προσιδιάζει κυρίως σε μωρούς και φαυλόβιους. Πρώτον διότι τα δανεικά στοιχίζουν και δεύτερον, και κυριότερο, διότι κάποια στιγμή πρέπει να αποπληρωθούν, και εάν δεν μπορείς να τα αποπληρώσεις επέρχεται η πτώχευση.

Η ελπίδα ότι θα δανείζεσαι συνεχώς όλο και περισσότερο για να αποπληρώνεις τα παλαιότερα δάνεια, και να έχεις να καταναλώνεις και στο μέλλον, είναι μία ελπίδα η οποία σπανιότατα έχει ευοδωθεί στην ανθρώπινη ιστορία. Πάντως αυτός δεν είναι τρόπος για να προχωράει η οικονομία ενός ευρωπαϊκού έθνους στον 21ο αιώνα έστω κι αν το πίστευε και το πιστεύει μεγάλο μέρος του ελληνικού κοινού αλλά και μεγάλη μερίδα «οικονομικών επιστημόνων».

Όπως για κάθε ζωντανό οργανισμό, έτσι και για την οικονομία υπάρχουν ορισμένοι κανόνες με βάση τους οποίους αυτή λειτουργεί. Πράγμα που σημαίνει πως μία οικονομία για να μεγεθύνεται ποσοτικά και να αναπτύσσεται ποιοτικά οφείλει να κατανέμει διαχρονικά το προϊόν της με συγκεκριμένο τρόπο μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης.

Στην Ελλάδα της δεκαετίας 2000-2010, όμως, δεν συνέβαινε κάτι παρόμοιο. Για παράδειγμα: ενώ η ιδιωτική κατανάλωση στις άλλες χώρες της ευρωζώνης καλύπτε το 55% του ΑΕΠ, στην Ελλάδα αυτό το ποσοστό ήταν σχεδόν 70%. Σε συνδυασμό με την κατανάλωση του δημοσίου τομέα ξεπερνούσε το 90% του ΑΕΠ, πράγμα το οποίο και πάλι ήταν περίπου 20 μονάδες υψηλότερα από το αντίστοιχο ποσοστό στις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Δηλαδή ο Έλληνας ουσιαστικά δεν αποταμίευε αλλά κατανάλωνε σχεδόν το σύνολο του εισοδήματός του!

Γιατί υπήρχε αυτό το παράδοξο φαινόμενο; Ο βασικός λόγος στον οποίο οφειλόταν ήταν το ότι με την εισοδηματική πολιτική που είχε ακολουθηθεί από την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη και μετά ο Έλληνας πολίτης (ως «οικονομούν άτομο») είχε χάσει την αντίληψη της πραγματικότητας όσον αφορά τη διαδικασία και τους μηχανισμούς αύξησης του εισοδήματός του. Δηλαδή δεν θεωρούσε πως η αύξηση του εισοδήματος του ήταν συνάρτηση της εργασίας του, της παραγωγικότητάς του, της αποταμιευσης και της επένδυσής του, διότι με τις πολιτικές που είχαν εφαρμοσθεί στην συγκεκριμένη περίοδο, τα εισοδήματα των περισσότερων διογκώνονταν χωρίς να αλλάζει τίποτα στην παραγωγικότητά τους.

Το ελληνικό Δημόσιο δανειζόταν για να προσλαμβάνει νέους δημοσίους υπαλλήλους και να δίνει αυξήσεις στους υπάρχοντες, να χρηματοδοτεί πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και παχυλά εφ’ άπαξ και να δίνει και αυξήσεις στους συνταξιοδοτούμενους χωρίς τίποτα από όλα αυτά να έχει κάποια σχέση με την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας και με τις δυνατότητες της.

Φυσιολογικά, λοιπόν, αλλά και μοιραία, στη συνείδηση των Ελλήνων εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι αυτός είναι ο ευρωπαϊκός τρόπος να αναπτύσσεται κανείς: να παίρνει συνεχώς αυξήσεις, ακόμη και αν δεν αλλάζει καθόλου τον τρόπο με τον οποίο ζει, εργάζεται, παράγει και δημιουργεί αγαθά και υπηρεσίες. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος για αποταμίευση και όλα τα εισοδήματα μπορούσαν να διοχετευθούν στην κατανάλωση. (Πράγμα που εν πολλοίς συνεχίζεται και σήμερα και επειδή φυσικά δεν υπάρχουν καθόλου διαθέσιμα εγχώρια κεφάλαια για επένδυση ελπίζουμε πως την ανάπτυξη που περιμένουμε θα τη φέρουν οι ξένοι κεφαλαιούχοι που θα έρθουν τρέχοντας να επενδύσουν στην ελληνική οικονομία!).

Ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονταν τα εισοδήματα των Ελλήνων μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης αλλά και η πεπλανημένη αντίληψή τους για το πώς αυξάνεται το προσωπικό και το εθνικό εισόδημα είχαν σοβαρές παρενέργειες όσον αφορά τη διάρθρωση στην οποία είχε αποκρυσταλλωθεί η ελληνική οικονομία. Χαρακτηριστικά: ενώ στις οικονομίες της ευρωζώνης η απασχόληση στο λιανικό και στο χονδρικό εμπόριο καλύπτουν ένα ποσοστό 10 έως 12% του συνολου, στην Ελλάδα, το 2010, αυτό το ποσοστό είχε ξεπεράσει το 18% για τον απλό λόγο ότι οι Έλληνες κατανάλωναν όλα τους τα εισοδήματα.

Επίσης κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με την οικοδομή η οποία στη συγκεκριμένη δεκαετία, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είχε φτάσει να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνο άλλων χωρών όπως η Ισπανία και ή Ιρλανδία όπου, όμως, η οικοδομή αποτέλεσε τη βασική αιτία των δικών τους προβλημάτων. Και φυσικά υπήρχε και το ελληνικό δημόσιο, μήτρα και γεννήτορας του πελατειακού κράτους και του παρασιτισμού στη χώρα, το οποίο ήταν –μακράν– το μεγαλύτερο μεν ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ μέσα στην ευρωζώνη αλλά το μικρότερο όσον αφορά την παραγωγικότητά του και την προσφορά του στην κοινωνία. (Σύμφωνα με μελέτη της McKinsey απασχολούσε το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργού πληθυσμού –22.3%– στην ευρωζώνη, έναντι μέσου όρου για 15 χώρες του ευρώ, 15,8%, και ενώ οι υπάλληλοί του είχαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις αποδοχών στην πρώτη δεκαετία του 2000, παρήγαγαν το λιγότερο πραγματικό έργο σε όλη την ευρωζώνη). Υπήρχε δηλαδή μία τελείως ασύμμετρη και ασταθής διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία οφειλόταν στον παθογενή τρόπο που αυτή λειτουργούσε.

Το γεγονός ότι τα Μνημόνια δεν ήταν η αιτία για την οποία το ΑΕΠ της Ελλάδας κατέρρευσε μπορεί να το αντιληφθεί κανείς εάν κάνει προσπάθεια να σκεφτεί λίγο και το εξής γεγονός: το ένα περίπου εκατομμύριο θέσεων εργασίας που χάθηκαν στην περίοδο από το 2010 μέχρι το 2015, όταν ξαναδημιουργούνται σταδιακά, δεν δημιουργούνται στις ίδιες δραστηριότητες και στους ίδιους κλάδους από όπου χάθηκαν. Δεν υπάρχουν πλέον τόσο πολλά καταστήματα λιανικού εμπορίου αλλά ούτε και τόσο πολλές θέσεις εργασίας στην οικοδομή. Εάν τα Μνημόνια ήταν η αιτία της συρρίκνωσης τότε η ελληνική οικονομία καθώς σιγά-σιγά θα έτεινε να επανέλθει στα προηγούμενα μεγέθη της μετά το τέλος των Μνημονίων, θα έπρεπε να ξαναδημιουργήσει τις θέσεις εργασίας στους ίδιος κλάδους από όπου είχαν χαθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει και δεν πρόκειται να συμβεί.

Συνεπώς το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε δραστικά (και ευτυχώς λόγω της ύπαρξης των Μνημονίων δεν κατέρρευσε ολοκληρωτικά, όπως είχε την τάση και όπως θα ήταν φυσιολογικό να συμβεί) για δύο πολύ βασικούς λόγους, την ισχύ των οποίων κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Πρώτον διότι μία οικονομία δεν μπορεί να ζει εις το διηνεκές καταναλώνοντας στηριζόμενη στα δανεικά, περισσότερα από αυτά που μπορεί να δημιουργεί η εργασία των πολιτών της. Τα δανεικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν και να αποπληρώσουν το δάνειο σε βάθος χρόνου. Εάν αυτό δεν συμβεί τότε ένα αποτέλεσμα είναι η χρεοκοπία. Ένας απαράβατος κανόνας που προκύπτει εξ αυτού για τα σώφρονα άτομα και τις σώφρονες κοινωνίες είναι πως τα δανεικά πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για παραγωγικές επενδύσεις.

Στην περίπτωση της άφρονος, πελατειακής και παρασιτικής Ελλάδας η υπέρ δανειοδότηση και του δημοσίου και των τραπεζών χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά για να τροφοδοτήσει την κατανάλωση κατά τρόπο που ήταν μεσοπρόθεσμα καταστροφικός για την ελληνική οικονομία. (Με δεδομένο, μάλιστα, ότι η κατανάλωση αυτή δεν μπορούσε να τονώσει την ελληνική παραγωγή, η οποία δεν ήταν διεθνώς ανταγωνιστική, αποτέλεσμα ήταν η κατανάλωση να μετατρέπεται αυτόματα σε εισαγωγή αγαθών και για αυτό το λόγο υπήρχαν, σε μόνιμη βάση, τα «δίδυμα ελλείμματα». Το δημοσιονομικό έλλειμμα μετατρεπόταν σχεδόν αυτομάτως σε αντίστοιχου μεγέθους έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών).

Δεύτερον, διότι μία οικονομία για να μπορεί να λειτουργεί και να επιβιώνει πρέπει να έχει ορισμένα δομικά στοιχεία σταθερότητας και ισορροπίας. Αυτά αφορούν την αναλογία της κατανάλωσης με την αποταμίευση και την επένδυση στο ΑΕΠ, καθώς όμως και την ποσοστιαία αναλογία των διαφόρων κλάδων στο συνολικό ετήσιο εισόδημά της. Οικονομίες οι οποίες είχαν ενταχθεί στον διεθνή καταμερισμό εργασίας με ιδιαίτερη εξειδίκευση στο να καταναλώνουν εισαγόμενα είδη, χρηματοδοτώντας την κατανάλωσή τους με δανεικά, δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ στην παγκόσμια οικονομική ιστορία και ούτε πρόκειται να παρατηρηθούν, απλά διότι δεν μπορούν να υπάρξουν.

Τέτοιου είδους οικονομία προσπάθησε βεβαίως να δημιουργήσει η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία 2000-2010, χωρίς όμως να τα καταφέρει, και οι λόγοι είναι προφανείς. Δεν μπορεί να αφιερώνεις στην κατανάλωση 20% του ΑΕΠ σου και 20% της απασχόλησής σου, περισσότερο από ό,τι αφιερώνουν οι ομοειδείς και εξ αντικειμένου ανταγωνίστριες με εσένα χώρες (δηλαδή οι χώρες της ευρωζώνης στην δική μας περίπτωση) και να ελπίζεις ότι το οικονομικό σου οικοδόμημα μπορεί να επιβιώσει. Η οικονομική διάρθρωση αυτή θα καταρρεύσει στο πρώτο φύσημα του ανέμου!

Όλοι εκείνοι που θεωρούν ότι η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στην πολιτική του Μνημονίου και όχι στις δικές της διαρθρωτικές ανισορροπίες, για να είναι πειστικοί, θα έπρεπε να μας δείξουν και κάποιες άλλες οικονομίες, μεσαίου ή υψηλού εισοδήματος όπως η Ελλάδα, οι οποίες χρησιμοποιούν το 90% του ΑΕΠ για κατανάλωση, έχουν εξωτερικό χρέος μεγαλύτερο από το ΑΕΠ τους και, μονίμως, δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών σταθερά πάνω από το 10%. Αν είχαν τη δυνατότητα να μας δείξουν έστω και μία τέτοια οικονομία, η οποία να υπάρχει και να επιβιώνει κάπου στον πλανήτη Γη, τότε ίσως να φαινόταν κάπως αληθοφανής και συζητήσιμος ο ισχυρισμός ότι η κατάρρευση κατά 28% του ελληνικού ΑΕΠ και η αύξηση της ανεργίας κατά ένα εκατομμύριο ήταν συνέπεια «της πολιτικής των Μνημονίων».

Εάν όμως δεν μπορούν να μας δείξουν μία άλλη τέτοια οικονομία που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και να υπάρχει κάπου στον πραγματικό κόσμο –(ας μην κουράζονται, δεν υπάρχει πουθενά)– τότε πρέπει να σκεφτούν ότι έχουν κάνει ένα τραγικό λάθος. Το Μνημόνιο δεν φταίει σε τίποτα για τη μείωση του ΑΕΠ. Η μείωση του ΑΕΠ οφείλεται αποκλειστικά στον ανίκητο νόμο της βαρύτητας ο οποίος επιβάλλει ότι τίποτα που βρίσκεται ψηλά και δεν έχει στήριξη και γερές βάσεις στο έδαφος, δεν μπορεί να παραμείνει εκεί. Καθώς και ότι το αεροπλάνο της κατανάλωσης για να συνεχίσει να πετάει πρέπει να έχει το καύσιμο της παραγωγής – που στην Ελλάδα δεν υπήρχε.

Δυστυχώς, όμως, οι αντιμνημονιακοί δεν θα το κάνουν αυτό, δηλαδή να σκεφτούν ότι έχουν λάθος–ή ότι λένε ψέματα. Υπάρχει ένα πολιτισμικό γεγονός που είναι σύνδρομο με την αντιμνημονιακή παράνοια: η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του κόσμου όπου εθνικιστές, εθνολαϊκοί, εθνοπατριώτες, φιλόπατρεις, εθνολάτρεις και πατριώτες διαφόρων ειδών, παρατάξεων και αποχρώσεων, αντί να μιλούν για την ανάγκη ανεξαρτησίας, αυτονομίας, αυτάρκειας, αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας του λαού και του έθνους, προέταξαν –αντιθέτως– στη διάρκεια της κρίσης, ως βασική επιδίωξη, την εξασφάλιση ελέους από τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ, υιοθετώντας ως συμπεριφορά την «οχλούσα και επιθετική επαιτεία», κατηγορώντας, δηλαδή, διάφορους Γερμανούς και άλλους ως «ναζιστές» και τα λοιπά, διότι δεν μας έδιναν κάτι παραπάνω (σε δανεικά και αγύριστα), για να χρησιμοποιηθούν για κατανάλωση των ελλήνων πολιτών.

Πράγματι, τέτοιου είδους πατριώτες και εθνικιστές, που –αγωνιστικά– έχουν αναγάγει την επαιτεία σε λόγο ύπαρξης του έθνους τους δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, παρά μόνο στην Ελλάδα!
 

(3): «Τα Μνημόνια ήταν υφεσιακά γιατί επέβαλαν λιτότητα» 

Τα οκτώ τελευταία χρόνια ζήσαμε μέσα στην ιδεολογική τρομοκρατία και στον υστερικό παραλογισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλά από τα ψέματα και τις ανακρίβειες με τις οποίες βομβαρδιζόμασταν κατέληξαν να θεωρούνται, από τους περισσότερους, αυταπόδεικτες αλήθειες. Είναι τραγικό ότι βγαίνοντας από αυτή την περίοδο δεν έχουμε αντιληφθεί σε συλλογικό επίπεδο τι συνέβη και δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε την απλή λογική για να ξεχωρίζουμε το ψεύδος από την αλήθεια – ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν καθοριστικά την ίδια την ζωή μας και το μέλλον μας.

Ψέμα τρίτο: «Τα Μνημόνια ήταν υφεσιακά γιατί επέβαλαν λιτότητα»

Στις 7 Ιουλίου του 2015, δύο μόλις ημέρες μετά την ανακοίνωση για το καταστρεπτικό δημοψήφισμα, σε κάποιες μεγάλες εφημερίδες του εξωτερικού δημοσιεύτηκε μία «ανοιχτή επιστολή» προς τη Γερμανίδα καγκελάριο, πέντε διεθνώς γνωστών οικονομολόγων. Στην επιστολή αυτή οι συντάκτες της καλούσαν την παραλήπτρια να βάλει τέρμα στη σκληρή «λιτότητα» που –κατά τη γνώμη τους– είχε επιβάλει στην Ελλάδα, οδηγώντας σε «ύφεση» την ελληνική οικονομία και υποβάλλοντας σε σκληρές δοκιμασίες τον λαό της.

Η άποψη που εξέφραζαν, βεβαίως, δεν ήταν ούτε πρωτάκουστη ούτε πρωτοφανής. Ήταν μία ευρέως διαδεδομένη άποψη την οποία πιστεύουν και υποστηρίζουν μέχρι σήμερα όχι μόνο διακεκριμένοι οικονομολόγοι αλλά ακόμα και απλοί άνθρωποι του ελληνικού λαού, έστω και αν δεν ξέρουν τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει, από άποψη οικονομικής θεωρίας, «λιτότητα» και «ύφεση». Το πιστεύει, επίσης, και το αναφέρει συχνά ακόμα και αυτό το κορυφαίο φερέφωνο του διεθνούς κεφαλαίου που είναι ο Economist! Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι με αυτό ακριβώς το σύνθημα, δηλαδή την εναντίωση στην «λιτότητα» και στην «ύφεση», επήλθαν ουσιαστικά οι κυβερνητικές μεταβολές στις εκλογές που είχαν λάβει χώρα στην Ελλάδα το 2012 και το 2015.

Τι σημαίνει όμως «λιτότητα»; Αυτή είναι μία ερώτηση που έγινε πολλές φορές, όσον αφορά την Ελλάδα, αλλά δεν απαντήθηκε ποτέ. Εντούτοις, διά της επαναλήψεως και της επιμονής των αντι-μνημονιακών εμπεδώθηκε στην κοινή γνώμη η πεποίθηση ότι η ελληνική κρίση δεν ήταν παρά προϊόν μιας οικονομικής πολιτικής «λιτότητας». Η οποία, από όσα κατά καιρούς έχουν λεχθεί, χαρακτηρίστηκε είτε από τα μεγάλα λάθη που έγιναν στη χάραξή της είτε από την πλήρη αδιαφορία των ξένων για τις ανάγκες του ελληνικού λαού και της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι εκείνο που έχει επικρατήσει τελικά είναι πως η μεγάλη κρίση δεν ήταν συνέπεια του παρασιτισμού και της φαυλοκρατίας του πελατειακού κράτους μέσα στα οποία επί δεκαετίες έζησε η ελληνική κοινωνία αλλά, όλως αντιθέτως, ήταν συνέπεια των μεθοδεύσεων των ξένων και των συνωμοσιών τους. Και για το λόγο αυτό δεν υπάρχει τίποτα που θα πρέπει να αλλάξουμε στην ελληνική κοινωνία. Αλλά αυτό που έπρεπε να είχαμε κάνει ήταν να διεκδικήσουμε αγωνιστικά να μας δώσουν περισσότερα οι ξένοι τοκογλύφοι! (Ό,τι, δηλαδή, πράγματι κάναμε έως τον Ιούλιο του 2015).

Αν προσπαθήσουμε καλόπιστα να αντιληφθούμε τι ακριβώς πιστεύουν οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής και τι εννοούν με τον όρο «λιτότητα» μπορούμε να πούμε το εξής: για τους εκπροσώπους της συγκεκριμένης αυτής σχολής θεωρητικής σκέψης, πολιτική «λιτότητας» χαρακτηρίζεται κάθε οικονομική πολιτική η οποία –όπως πιστεύουν– δεν χρησιμοποιεί καταλλήλως τη δημοσιονομική δυνατότητα του κράτους για να εκμηδενίσει την ακούσια ανεργία και να ωθήσει την οικονομία στη μεγέθυνση με τον μέγιστο δυνατό ρυθμό. Δηλαδή είναι πολιτική «λιτότητας» η πολιτική που δεν αξιοποιεί πλήρως, ή έστω επαρκώς, τη δυνατότητα του δημοσίου να δανείζεται και να ξοδεύει τα δανεικά με σκοπό να αναπληρώσει το εισόδημa και τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν στον ιδιωτικό τομέα εξαιτίας των μεταπτώσεων στη συμπεριφορά των καταναλωτών και των επενδυτών.

Η εφαρμογή της πολιτικής «μη λιτότητας» προϋποθέτει και τη δυνατότητα του κράτους να δανείζεται, πραγμα το οποίο στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρχε μετά την εκδήλωση της κρίσης

Βεβαίως ουδεμία ομοφωνία μεταξύ των οικονομολόγων υφίσταται για το αν μία τέτοια άποψη είναι σωστή, ενώ ακόμη και οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης θεωρίας αποδέχονται πως υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις που μόνο αν πληρούνται μπορεί να είναι αποτελεσματική μία «επεκτατική» πολιτική. (Οι προϋποθέσεις είναι πολλές και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να δουν εδώ, και ιδιαίτερα στον πίνακα 2.1, κάποιες από τις παραμέτρους με τις τιμές και τα πρόσημα που πρέπει να έχουν για να είναι η δημοσιονομική πολιτική «αποτελεσματική». Όλως τυχαίως καμία τιμή στην ελληνικ;h περίπτωση δεν θα ήταν «κατάλληλη»).

Πέραν όλων αυτών δε, πριν ακόμη εισέλθει κανείς σε τόσο ψιλά γράμματα της θεωρίας, η εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής «μη λιτότητας» προϋποθέτει και τη δυνατότητα του κράτους να δανείζεται, πραγμα το οποίο στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρχε καν, μετά την εκδήλωση της κρίσης. Πλην όμως οι κατήγοροι του Μνημονίου θεωρούν ότι αυτό δεν είναι παρά μόνο μία ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια, αφού η συγκεκριμένη υποχρέωση δανεισμού είχε μεταφερθεί στους εταίρους της ευρωζώνης που ανέλαβαν να διασώσουν την ελληνική οικονομία και συνεπώς αυτοί είναι που διέπραξαν το σφάλμα, ή μάλλον το έγκλημα, της εφαρμογής μιας πολιτικής «λιτότητας» που καταδίκασε τη χώρα στην «ύφεση»!

Μία χώρα δεν χρεοκοπεί σε καιρό ειρήνης παρά μόνο διότι έχει διαμορφώσει την οικονομία της με τέτοιο τρόπο ώστε δεν μπορεί να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει τα χρέη που έχει δημιουργήσει

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι διπλό. Πρώτον: θα μπορούσε να εφαρμοστεί μία πιο δαψιλής οικονομική πολιτική ώστε να μην μπορεί κανείς να κατηγορήσει τη διάσωση ότι ήταν διάσωση «λιτότητας» και συνεπώς αναποτελεσματική; (Δηλαδή «ψευτοδιάσωση»). Και δεύτερον: αν εφαρμοζόταν μία υποθετική «αναπτυξιακή» πολιτική «μη-λιτότητας», δηλαδή «γενναιόδωρης» δημοσιονομικής δαπάνης, η ελληνική οικονομία θα «διασωζόταν» με λιγότερο οδυνηρό τρόπο; Θα απέφευγε, δηλαδή, κάθε «κραδασμό» από εκείνους που προήλθαν από τη μείωση του ΑΕΠ και την αύξηση της ανεργίας;

Για έναν λογικό άνθρωπο η απάντηση και στις δύο αυτές ερωτήσεις είναι προφανής και αυτονόητη. Δεν χρειάζεται να είναι ούτε οικονομολόγος, ούτε στατιστικολόγος, ούτε τίποτα άλλο. Μία χώρα δεν χρεοκοπεί σε καιρό ειρήνης για κανέναν άλλον λόγο παρά μόνο διότι έχει διαμορφώσει την οικονομία της με τέτοιο τρόπο ώστε δεν μπορεί να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει τα χρέη που έχει δημιουργήσει. Ως εκ τούτου η διαδικασία για να αλλάξει ο τρόπος που λειτουργεί η οικονομία της δεν μπορεί παρά να είναι επώδυνη. Και σε κάθε περίπτωση είναι μία διαδικασία μετασχηματισμού και προσαρμογής στην πραγματικότητα.

Δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι χρεοκοπείς σαν χώρα αλλά θα συνεχίσεις να ζεις όπως προηγουμένως

Δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι χρεοκοπείς σαν χώρα αλλά θα συνεχίσεις να ζεις όπως προηγουμένως και απλώς κάποιοι ξένοι θα έρθουν και θα πληρώνουν για σένα ώστε να μην αλλάξει τίποτα στη ζωή σου, χωρίς να ρωτάνε καν πού πάνε τα λεφτά τους! Και όμως. Αυτή η απλή αλήθεια δεν θεωρείται ούτε αυτονόητη, ούτε αποδεκτή για τους αντιμνημονιακούς.

Επικαλούμενοι χιλιάδες παράλογα επιχειρήματα και χιλιάδες στρεψόδικους συλλογισμούς, αλλοιώνοντας τα γεγονότα και τα πραγματικά δεδομένα, επιμένουν ότι η κακουχία την οποία γνώρισε η Ελλάδα και στην οποία ακόμη σήμερα εξακολουθεί να ζει (γιατί, στην πραγματικότητα, δεν θέλει να αλλάξει τον τρόπο που ζει), είναι κάτι που οφείλεται στις ενέργειες των ξένων, στις παραλείψεις τους, στα λάθη τους ή και στις συνωμοσίες τους (όπως εκείνη η συνωμοσία με την οποία υποτίθεται ότι αλλοίωσαν τα στατιστικά δεδομένα το καλοκαίρι του 2010 για να μας «ρίξουν στα Μνημόνια» – αφού πλέον το πρώτο Μνημόνιο είχε ήδη συνομολογηθεί προ πέντε μηνων).

Στην Ελλάδα, στη διάρκεια της κρίσης, με διάφορους τρόπους, διατέθηκαν ποσά πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων που ξεπερνούν τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ!

Μόνο και μόνο αν εκφωνήσει κάποιος τον ισχυρισμό ότι οι πόροι που τέθηκαν στη διάθεση της ελληνικής οικονομίας για τη διάσωσή της ήταν «περιορισμένοι» και γι’ αυτό επιβλήθηκε στη χώρα οικονομική πολιτική «λιτότητας», διαπιστώνει ότι στην ίδια τη διατύπωση υπάρχει κάτι βαθιά παρανοϊκό. Διότι στην Ελλάδα, στη διάρκεια της κρίσης, με διάφορους τρόπους, διατέθηκαν ποσά πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων που ξεπερνούν τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ! Και αυτό έγινε για να μη σταματήσει η πληρωμή των μισθών του Δημοσίου και των συντάξεων, για να μην κλείσουν τα ΑΤΜs, για να μη χρεοκοπήσουν οι τράπεζες κλπ. Δηλαδή για να αποφευχθεί να συμβούν όλες αυτές οι καταστροφές τις οποίες η χώρα μόνη της απεργάστηκε εις βάρος του εαυτού της χωρίς να την αναγκάσει κανείς!

Για να γίνει αντιληπτό ποιες ήταν οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας σε δανεικό χρήμα μετά από το 2009 αρκεί να ειπωθούν τα εξής: όταν, με πρωτοβουλία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ξεκίνησε η συγκεκριμένη προσπάθεια σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας, στις αρχές του 2010, υπολογίστηκε –υπεραισιόδοξα φυσικά και λανθασμένα όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων– ότι για τα επόμενα τρία χρόνια θα χρειαζόταν τουλάχιστον 125 δισεκατομμύρια ευρώ.

Κανένας ίσως δεν θυμάται πλέον ότι αυτό το τεράστιο ποσό (αντίστοιχο του οποίου δεν είχε γίνει προσπάθεια ποτέ προηγουμένως στην παγκόσμια ιστορία να συγκεντρωθεί για να βοηθηθεί μία και μόνο χώρα σε κρίση), δεν κατέστη τελικά δυνατόν να συγκεντρωθεί. Οι χώρες τελικά δεσμεύθηκαν να συγκεντρώσουν «μόνο» 110 δισεκατομμύρια (τα οποία στη συνέχεια, με την αποχώρηση της Σλοβακίας, αποδείχθηκαν ακόμη λιγότερα, κατά τι).

Από αυτά, τα 80 θα τα προσέφεραν οι φορολογούμενοι των άλλων χωρών της ευρωζώνης και τα 30 θα τα διέθετε το ΔΝΤ. Έναντι αυτών των 110 δισεκατομμυρίων που κατέστη δυνατόν να συγκεντρωθούν (έστω και διά λόγου – λογιστικά και όχι πραγματικά), τον Μάιο του 2010, η Ελλάδα, όπως είχαν εξελιχθεί τα οικονομικά της πριν να έρθουν οι εταίροι προς σωτηρία της, είχε δημιουργήσει μέχρι τον Μάρτιο του 2013 υποχρεώσεις πληρωμών που έφταναν στο -πραγματικά διαπλανητικό- ύψος των 189 δισεκατομμυρίων ευρώ!

Δηλαδή οι διώκτες του Μνημονίου αυτό που μας λένε είναι ότι τα 110 δισεκατομμύρια που είχαν συγκεντρωθεί για τη σωτηρία της χώρας ήταν λίγα;

Δηλαδή οι διώκτες του Μνημονίου και οι υποστηρικτές της θεωρίας της καταστροφής της ελληνικής οικονομίας μέσω της αναγκαστικής «λιτότητας», αυτό που μας λένε είναι ότι τα 110 δισεκατομμύρια που είχαν συγκεντρωθεί για τη σωτηρία της χώρας ήταν λίγα και ότι θα έπρεπε οι σωτήρες της να έχουν συγκεντρώσει 189 δισεκατομμύρια τουλάχιστον! Και όχι μόνο αυτά! Εκτός των 189 δισεκατομμυρίων, για να μη θεωρείται ότι οι δανειστές επιβάλλουν πολιτική «λιτότητας», θα έπρεπε να έχουν και ένα επιπλέον ποσό το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα στην ελληνική οικονομία να συνεχίσει χωρίς να υποστεί μειώσεις του ΑΕΠ!

Πόσο θα ήταν αυτό το επιπλέον ποσό; Κανείς δεν το γνωρίζει γιατί κανείς αντιμνημονιακός δεν μας το είπε ποτέ! Ούτε το άτομο που διακρίθηκε για τους παρανοϊκούς ισχυρισμούς του και έγινε παγκοσμίως γνωστό με αυτούς, ούτε οι πολλοί άλλοι επάξιοι εγχώριοι ανταγωνιστές του στην αρλουμπολογία, μπήκαν ποτέ στον κόπο να μας μιλήσουν συγκεκριμένα με αριθμούς για να καταλάβουμε τι ακριβώς ζητούσαν να πληρώσουν οι ξένοι για να μην έχει «λιτότητα» η Ελλάδα!

Από το 2010 μέχρι το 2016, που πέτυχε το πρώτο πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα, η ελληνική οικονομία έζησε με πρωτογενή ελλείμματα (εκτός από το 2014 που ουσιαστικά δεν υπήρξε ούτε έλλειμμα, ούτε πλεόνασμα).

Θα μπορούσε η Ελλάδα ποτέ να το αποπληρώσει όλα αυτά που ζητούσε το κύμα αυτό των παρανοϊκών ισχυρισμών; Φυσικά και όχι. Ήδη τα 110 (ή 107,5 τελικά) που οι ξένοι έταξαν στο πρώτο Μνημόνιο ήξεραν ότι δεν θα τα έπαιρναν ποτέ πίσω. Και κατά μίαν έννοια δεν τα πήραν ποτέ πίσω διότι τα 72, τελικά δισεκατομμύρια που εκταμίευσαν και διέθεσαν στην Ελλάδα με βάση το πρώτο Μνημόνιο, πριν αυτό αντικατασταθεί από το δεύτερο, ήταν σχεδόν το ποσό που έχασαν οι πολίτες των χωρών τους από το PSI. Από το 2010 μέχρι το 2016, που πέτυχε το πρώτο πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα, η ελληνική οικονομία έζησε με πρωτογενή ελλείμματα (εκτός από το 2014 που ουσιαστικά δεν υπήρξε ούτε έλλειμμα, ούτε πλεόνασμα).

Όταν, όμως, έχεις πρωτογενή ελλείμματα αυτό σημαίνει ότι ζεις με περισσότερα από όσα σου επιτρέπουν οι δυνατότητές σου. Οι λέξεις, συνεπώς, χάνουν κάθε σημασία εάν, ενώ για πέντε χρόνια είτε καταναλώνεις περισσότερα από όσα παράγεις, είτε ανακεφαλαιοποιείς τις τράπεζές σου με δανεικά (που δανείζονται άλλοι για σένα γιατί σε εσένα δεν δανείζει κανείς), παρ’ όλ’ αυτά επιμένεις ότι ζεις σε «λιτότητα».

Από το 2010 έως το 2015, η Ελλάδα δεν είχε πληρώσει εξ ιδίων ούτε μία δεκάρα για την εξυπηρέτηση και την αναχρηματοδότηση του τεράστιου χρέους της.

Και βέβαια ένας τέτοιος ισχυρισμός εισχωρεί ακόμα βαθύτερα στο πεδίο της παράνοιας και της παραφροσύνης εάν επίσης συνυπολογισθεί πως, από το 2010 έως το 2015, η Ελλάδα δεν είχε πληρώσει εξ ιδίων ούτε μία δεκάρα για την εξυπηρέτηση και την αναχρηματοδότηση του τεράστιου χρέους της. Δηλαδή από το 2010 έως το 2015, ελέω των Μνημονίων, η Ελλάδα έζησε (πρώτον), εξακολουθώντας να δαπανά περισσότερα από όσα η ίδια μπορούσε να παράξει και, (δεύτερον), ως εάν ήταν μία χώρα η οποία είχε μηδενικό χρέος! (Δεν το λες και άσχημα αυτό για μία «χρεοδουλοπαροικία»).

Και όμως. Όλη αυτή η κατάσταση συνεχιζόμενης παραλυσίας χαρακτηριζόταν ως «λιτότητα»! Αλλωστε στο δημοψήφισμα πήγαμε ακριβώς για τον λόγο αυτό. Εκείνο που ζητούσε η «μαχητική διαπραγματευση» ήταν να συνεχιστεί η συγκεκριμένη κατάσταση αενάως –γιατί κάθε άλλη διευθέτηση θα αποτελούσε «λιτότητα».

Μόνο που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να το δεχτούν γιατί δεν είχαν τρόπο να το πουν στους εκλογείς τους. Η αποδοχή θα σήμαινε οιονεί διαγραφή του συνόλου του ελληνικού χρέους, πράγμα που ούτε κατά διάνοιαν θα ήταν αποδεκτό από τους ψηφοφόρους τους οι οποίοι δεν μας βλέπουν όπως βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας, δηλαδή ως έναν ηρωικά αγωνιζόμενο για την ανεξαρτησία του λαό, αλλά, αντίθετα, ως ένα σύνολο ενοχλητικών φυγόπονων απατεώνων. (Για τον ίδιο λόγο γράφτηκε και η επιστολή των πέντε οικονομολόγων: για να υποστηρίξουν το συγκεκριμένο ελληνικό αίτημα εναντίον της «λιτότητας»!).

Αυτό λοιπόν το απλό ερώτημα, πόσα χρήματα τελικά χρειαζόταν η Ελλάδα για να μην πέσει στην «παγίδα της λιτότητας» είναι κάτι το οποίο δεν απαντήθηκε και δεν πρόκειται να απαντηθεί.

Αυτό λοιπόν το απλό ερώτημα, δηλαδή το πόσα χρήματα τελικά χρειαζόταν η Ελλάδα για να μην πέσει στην «παγίδα της λιτότητας» και πόσα από αυτά θα έπαιρναν τελικά πίσω οι δανειστές εάν ήταν τόσο αφελείς να μας τα δανείσουν, είναι κάτι το οποίο δεν απαντήθηκε ποτέ και δεν πρόκειται να απαντηθεί. Όπως επίσης δεν έχει γίνει πότε σαφές τι ακριβώς ήταν αυτό το οποίο θα έπρεπε να περισώσουν με αυτή την επιπλέον δαπάνη οι ξένοι δανειστές ώστε η οικονομία να μην εισέλθει σε «ύφεση».

Έπρεπε να περισώσουν τους συνταξιούχους των 50 ετών; Έπρεπε να περισώσουν τους εργαζόμενους στην «Εταιρεία Αποξήρανσης της Κωπαΐδας»; Ή έπρεπε να περισώσουν το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε, αναλογικά, διπλάσια εμπορικά καταστήματα πολυτελών ειδών από όσα έχει το Μιλάνο, όπου όμως κατασκευάζονται τα είδη που πουλούσαν τα ελληνικά καταστήματα; (Ή από όσα έχει η Ελβετία, η οποία, τέλος πάντων, διαθέτει και κάποια παραπάνω εισοδήματα και δεν χρειάζεται ξένους δανειστές για να στηρίξουν την κατανάλωσή της).

Οι οπαδοί της θεωρίας της «λιτότητας», δηλαδή, πέρα από όσους παραλογισμούς, παλαβομάρες και ψέματα λένε σχετικά με το ύψος της δημοσιονομικής δαπάνης, από την άλλη πλευρά παραβλέπουν ή αποκρύπτουν πλήρως το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία στη μορφή και στη διάρθρωση που είχε αποκτήσει μέσα από την πορεία της στην προ του 2010 περίοδο δεν ήταν βιώσιμη. Τους διαφεύγει μονίμως η ασήμαντη λεπτομέρεια πως για να διατηρηθεί όλο αυτό το παρασιτικό και διεφθαρμένο υπόδειγμα διαβίωσης χρειαζόταν εκατοντάδες δισεκατομμυρίων τα οποία κανείς δεν είχε λόγο να τα χαρίσει στην Ελλάδα. Διότι περί αυτού επρόκειτο: η επιβίωση όλων των παρασιτικών δραστηριοτήτων της ελληνικής οικονομίας, ώστε η ελληνική οικονομία να μην εισέλθει σε «ύφεση», απαιτούσε σταθερά, διαχρονικά και επαναλαμβανόμενα, σε ετήσια βάση, τη δωρεάν διάθεση δεκάδων δισεκατομμυρίων προς τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Η επιβίωση όλων των παρασιτικών δραστηριοτήτων της ελληνικής οικονομίας απαιτούσε, σε ετήσια βάση, τη δωρεάν διάθεση δεκάδων δισεκατομμυρίων

Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, εκείνο που είτε δεν καταλαβαίνουν είτε αποκρύπτουν οι οπαδοί της παρανοϊκής θεωρίας περί επιβληθείσας «λιτότητας» είναι το εξής: ας υποθέσουμε ότι η παράνοια ήταν μεταδοτική ασθένεια και ότι θα μπορούσαμε να την είχαμε μεταδώσει και σε όλους τους Ευρωπαίους πολιτικούς και οικονομικούς ηγέτες. Με αποτέλεσμα όλοι οι Ευρωπαίοι, αφού παραφρονούσαν συλλογικώς, πειθόμενοι από τους ισχυρισμούς των εγχωρίων ομοιοπαθών τους, να επιδίδονταν με όλες τους τις δυνάμεις στην προσπάθεια να περισώσουν το παρασιτικό ελληνικό οικοδόμημα για να μην πέσουν στην «παγίδα της λιτότητας», πληρώνοντας όσα-όσα.

Ας υποθέσουμε, δηλαδή, ότι προσφεύγοντας σε έκτακτα μέτρα η καγκελάριος Μέρκελ επέβαλε βαρύτατο κεφαλικό φόρο στους πολίτες της ή ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα άρχιζε να τυπώνει αφειδώς νέο χρήμα προκειμένου να αγοράζει στην πρωτογενή αγορά τα αυθορμήτως εκδιδόμενα νέα ελληνικά ομόλογα, και με αυτό τον τρόπο συγκεντρωνόντουσαν οι εκατοντάδες δισεκατομμυρίων ευρώ που ήταν απαραίτητες για την υποστήριξη της ελληνικής οικονομίας στην προσπάθεια αποφυγής της «λιτότητας».

Τι θα σήμαινε, λοιπόν, αυτό; Ότι η ελληνική οικονομία καθώς και ευρωπαϊκή θα σώζονταν: Κάθε άλλο. Αντιθέτως, αυτό θα σήμαινε ότι μόλις οι παράγοντες της οικονομίας, και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, αντιλαμβάνονταν ότι η ευρωπαϊκή ελίτ έχει παραφρονήσει, και προβαίνει σε ανορθόδοξες και υπονομευτικές για την οικονομία ενέργειες, το αποτέλεσμα θα ήταν ότι η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα αποκτούσε πολλαπλάσιες διαστάσεις από αυτήν που είδαμε, αλλά -κυρίως- ότι η κατάρρευση αυτή θα συμπαρέσυρε, επίσης, όλες τις άλλες χώρες που βρίσκονταν σε κίνδυνο εκείνη την στιγμή. Και αν μη τι άλλο, το ευρώ θα έπαυε να υφίσταται ως νομισματική μονάδα εντός ολίγων ημερών.

Για όσους θέλουν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα και με τη λογική η αλήθεια είναι απλή: τα Μνημόνια δεν επέβαλαν κανενός είδους «λιτότητα»

Ας σκεφτεί, δηλαδή, κανείς και ας απαντήσει: εάν η Ελλάδα αντί για 10% δημοσιονομικό έλλειμμα το 2010, «διευκολυνόταν» με ένα δημοσιονομικό έλλειμμα 20 έως 25% του ΑΕΠ που ζητούσαν οι μπαρουφολόγοι πολέμιοι της «λιτότητας» ώστε να μην υπάρξει «ύφεση» στην ελληνική αγορά, δηλαδή για να μη μειωθεί ο αριθμός των καταστημάτων που πωλούσαν προϊόντα του Christian Louboutin, ή για να μη μειωθούν οι απολαβές των εργαζομένων στην «Εταιρεία αποξήρανσης της Κωπαΐδας», πώς θα αντιδρούσαν οι παράγοντες της ευρωπαϊκής οικονομίας; Οι κεφαλαιούχοι, οι τραπεζίτες, οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών και των συναξιοδοτικών ταμείων ή οι απλοί αποταμιευτές; Μπορεί να το φανταστεί κανείς αυτό; Αν δεν μπορεί να το φανταστεί, ας μάθει πως εκείνο που θα έσπευδαν να κάνουν θα ήταν να αποσύρουν τα χρήματά τους από οπουδήποτε τα είχαν τοποθετημένα στην ευρωζώνη και να τα μεταφέρουν όσο μακρύτερα γίνεται από την Ευρώπη και το ευρώ. Με προφανή αποτελέσματα.

Για όσους θέλουν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα και με τη λογική η αλήθεια είναι απλή: τα Μνημόνια δεν επέβαλαν κανενός είδους «λιτότητα». Η Ελλάδα για πέντε τουλάχιστον χρόνια μετά το 2010, συνέχισε να ζει με πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα, ξοδεύοντας δηλαδή περισσότερα από όσα παρήγαγε. Και αυτό παρά το γεγονός ότι δεν είχε καν την δυνατότητα να τροφοδοτήσει η ίδια με δανεικό χρήμα την οικονομία της αλλά έπρεπε να το κάνουν άλλοι για αυτήν, επωμιζόμενοι επιπλέον και τον κίνδυνο ότι δεν θα πάρουν ποτέ τα λεφτά τους πίσω.

Το Μνημόνιο ήταν μία αναγκαία, και αναπόφευκτη, προσαρμογή στην πραγματικότητα.

«Λιτότητα» έχεις όταν, παρά το γεγονός πως διαθέτεις τη δυνατότητα να δαπανήσεις μέσα από τη δημοσιονομική σου διαχείριση περισσότερα χρήματα από όσα δαπανάς, για να επιδιώξεις την αύξηση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, αποφεύγεις να το κάνεις. Η περίπτωση της Ελλάδας ήταν τελείως διαφορετική. Η ίδια δεν διέθετε καμία δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής γιατί ήταν χρεοκοπημένη και κανείς αποταμιευτής κεφαλαίου δεν της δάνειζε ούτε μία δεκάρα.

Για να μπορέσει να επιζήσει έπρεπε να περιορίσει το τεράστιο έλλειμμά της από το οποίο τροφοδοτούνταν το τεράστιο χρέος της που, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να αποπληρώσει. Και από την άλλη πλευρά έπρεπε να περιορίσει την παρασιτική παραμόρφωση που είχε δημιουργηθεί στην ελληνική οικονομία. Μία παραμόρφωση η οποία είχε ανάγκη όλο και περισσότερο χρήμα για να διατηρηθεί πλην όμως δεν μπορούσε ουδέ κατ’ ελάχιστον να συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των δανείων από τα οποία τροφοδοτούσε την ύπαρξή της.

Το Μνημόνιο συνεπώς ήταν μία αναγκαία, και αναπόφευκτη, προσαρμογή στην πραγματικότητα. Δεν ήταν μία επιλογή, ήταν μία αναγκαιότητα που επιβλήθηκε από τους απλούς κανόνες της αριθμητικής, και μάλιστα μετά από πολλές δοκιμές και αναζητήσεις, διότι δεν υπήρχε κανένα αντίστοιχο προηγούμενο. Η πολιτική που εφαρμόστηκε δεν μπορεί να αποκαλείται «λιτότητα», πολλώ μάλλον όταν αυτοί που ισχυρίζονται τέτοια παράλογα πράγματα δεν είναι σε θέση να δώσουν έστω και την ελάχιστη εναλλακτική, συνεκτική και λογική, πρόταση στηριγμένοι σε αριθμούς.

Η θεωρία περί «λιτότητας» που έφερε την «ύφεση» ήταν μία θεωρία την οποία χρησιμοποίησε για πολιτικούς λόγους η εγχώρια παρασιτοφαυλοκρατία

Και βέβαια αυτό δεν είναι τυχαίο. Όλοι όσοι είναι αντιμνημονιακοί και μηρυκάζουν τη θεωρία της «λιτότητας» και της «υφεσιακής» πολιτικής είναι ακριβώς οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι ούτε πριν από την κρίση αλλά ούτε και μετά, δεν έχουν δείξει την παραμικρή διάθεση να αντιμετωπίσουν κριτικά την ελληνική πραγματικότητα και να εργαστούν ή να προσπαθήσουν για να γίνει η ζωή στην χώρα μας πιο βιώσιμη, πιο αξιοπρεπής και πιο έντιμη.

Από την άποψη αυτή η θεωρία περί «λιτότητας» που έφερε την «ύφεση» ήταν μία θεωρία την οποία χρησιμοποίησε για πολιτικούς λόγους η εγχώρια παρασιτοφαυλοκρατία προκειμένου να μειώσει όσο ήταν δυνατόν τις απώλειές της από την κρίση, μεταθέτοντας τις επιπτώσεις στο ευρύ κοινό, και ιδιαίτερα στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Κάτι που σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε.

 

(4): «Το PSI κατέστρεψε τις τράπεζες και τα ταμεία» 

Ψέμα τέταρτο: «Το PSI κατέστρεψε τις τράπεζες και τα ταμεία» 

Νομίζω ότι η Ελλάδα γνώρισε, ουσιαστικά, τον Jean Piaget στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Εγώ πάντως τότε τον γνώρισα και αυτό οφειλόταν στο ότι παρά το γεγονός πως δεν είχα μεγάλη ανησυχια για την Ψυχολογία, μου είχε κάνει εντύπωση, μέσα στην πλημμύρα των πολιτικών βιβλίων που το κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, ότι υπήρχε και μεγάλος αριθμός εκδόσεων για τον Piaget. Είτε δικά του έργα, μεταφρασμένα στα ελληνικά, είτε εργασίες που είχαν γράψει για το έργο του άλλοι.

Έτσι λοιπόν μοιραία, κάποια στιγμή, πήρα στα χέρια μου μία «Εισαγωγή» στο έργο του και ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα. Η –τελείως διαφορετική από τις μαρξιστικές αερολογίες του συρμού με τις οποίες κατατριβόμασταν εκείνη την περίοδο–θεωρία του για την «γνωστική ανάπτυξη» ήρθε να μου απαντήσει πολλές απορίες ή να μου διασαφήσει διάφορα που είχα βιώσει ο ίδιος.

Θυμήθηκα πως όταν ήμουν τεσσάρων ετών, θύμωνα πολύ με δύο μεγάλα κυπαρίσσια που είχαμε έξω από το σπίτι γιατί πίστευα ότι έγερναν συνέχεια δεξιά και αριστερά και χόρευαν χωρίς σταματημό με αποτέλεσμα να προκαλούν πολύ δυνατό αέρα και έτσι να μην μπορεί να παίξει καλά η παρέα της γειτονιάς. (Τότε, φυσικά, παίζαμε στον δρόμο). Ή επίσης, θυμήθηκα, με αφορμή πάντα τον Piaget ότι, στην ίδια ηλικία, ήμουν βέβαιος πως τα καράβια και οι βάρκες, για να πλέουν έτσι εύκολα στο νερό, θα πρέπει να είχαν στο κάτω μέρος ρόδες όπως και τα αυτοκίνητα στον δρόμο. Μάλιστα, κοιτώντας προσεκτικά μέσα στο νερό, νόμιζα ότι τις έβλεπα κιόλας τις ρόδες αυτες.

Διαβάζοντας τον σοφό Ελβετό, λοιπόν, όλα αυτά βρήκαν την ερμηνεία τους. Η θεωρία του εξηγούσε καθαρά ότι στην ηλικία από 2 έως 7 ετών, που το παιδί δεν έχει ακόμη συγκροτήσει τον μηχανισμό της λογικής σκέψης, αντιμετωπίζει τον κόσμο με έναν δικό του τρόπο: ενίοτε βλέπει αντικείμενα που δεν υπάρχουν, (οι ρόδες στις βάρκες), άλλες φορές δεν βλέπει αντικείμενα που υπάρχουν ενώ, επίσης, συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα με επιφανειακό τρόπο (τα κυπαρίσσια κινούνται και δημιουργούν τον άνεμο). Και ούτω καθ’ εξής. Κάποια στιγμή μάλιστα είχα σκεφτεί ότι αν και πολλές θεωρίες θα καταρρεύσουν στο πέρασμα του χρόνου, αυτή η γνωστική θεωρία του Piaget έστεκε καλά στα πόδια της, γιατί εξηγούσε επαρκώς την πλευρά του κόσμου με την οποία είχε καταπιαστεί, και ότι μάλλον δεν θα διαψευδόταν.

Σχετικά πρόσφατα όμως, δηλαδή εδώ και λίγα χρόνια, η άποψή μου αυτή έχει κλονισθεί. Κατά μίαν έννοια νιώθω την ανάγκη να στείλω ένα γράμμα στον φιλόσοφο, εκεί που βρίσκεται, και να του πω «μπαρμπα-Γιάννη, δεν μας τα ’γραψες καλά». Και αυτό διότι, με έκπληξή μου, διαπίστωσα ότι τέτοιου είδους προβλήματα στην κατανόηση του πραγματικού κόσμου, δηλαδή το να βλέπεις πράγματα που δεν υπάρχουνε ή να μη βλέπεις πράγματα που υπάρχουνε μπροστά σου ή σου έχουν πέσει και στο κεφάλι, ή, πάλι, το να μπερδεύεις το αποτέλεσμα με την αιτία σαν να είσαι τετράχρονος, τελικά, δεν είναι κάτι που αφορά μόνο παιδιά από 2 έως 7 ετών! Αφορά και έναν πάρα πολύ μεγάλο αριθμό ενηλίκων – νεαρών, ώριμων ή και υπερώριμων ακόμη.

Τη διαπίστωση αυτή σχετικά με την αστοχία της θεωρίας του Jean Piaget, εγώ προσωπικά την έκανα με αφορμή το PSI, το οποίο είναι ένα σημαντικό και πραγματικό γεγονός το οποίο συνέβη και άλλαξε την πορεία της χώρας και, παρ’ όλα αυτά ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, αλλά και πάρα πολλοί ξένοι, το αντιμετωπίζουν με τα μάτια ενός τρίχρονου παιδιού: άλλοτε το βλέπουν σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι, άλλοτε δεν το βλέπουνε καθόλου, λες και δεν υπήρξε ποτέ, ενώ συνήθως μπερδεύουν σε αυτό και αντιστρέφουν εντελώς την αιτία και το αποτέλεσμα.

Και δεν μιλάμε μόνο για απλούς ανθρώπους που δεν έχουν πολύ ειδικές γνώσεις ή και για πολιτικούς δημαγωγούς που ό,τι και να λένε δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά μιλάμε και για ακαδημαϊκούς οικονομολόγους, Έλληνες και ξένους, για τραπεζίτες, ή και για άτομα που δηλώνουν ως επάγγελμα «χρηματιστηριακοί αναλυτές» ή «σύμβουλοι επενδύσεων» – τρομάρα τους, που θα έλεγε και η σοφή γιαγιά μου. (Βέβαια, για τους τελευταίους το να βγαίνουν στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης και να λένε, με μίσος και αγανάκτηση, τρομερές σαχλαμάρες για το PSI ίσως να μπορεί να ερμηνευθεί και αλλιώς: προσπαθούν έτσι να δικαιολογηθούν σε διάφορους πελάτες τους που τους κατέστρεψαν πείθοντάς τους να αγοράσουν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, όταν είχαν πολύ υψηλές αποδόσεις).

Το PSI ήταν η μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που συνέβη ποτέ στην παγκόσμια ιστορία. Διεγράφησαν, συνολικά, περισσότερο από 200 δισεκατομμύρια ευρώ ελληνικού χρέους.

Ο τρόπος με τον οποίον το PSI γίνεται αόρατο στις περιγραφές διαφόρων –ενήλικων– αντιμνημονιακών για την κρίση είναι πράγματι καταπληκτικός. Η διήγηση των γεγονότων είναι μία συνεχής διαδικασία αφαίμαξης του ελληνικού λαού από τους ανάλγητους δανειστές. Το PSI δεν υπάρχει πουθενά. (Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ξένου οικονομολόγου διεθνούς φήμης που περιγράφει την αναλγησία με την οποία αντιμετώπισε η Δύση την Ελλάδα χωρίς να της χαρίσει το παραμικρό και ο οποίος φυσικά δεν ξέρει τίποτα για το PSI βρίσκεται εδώ).

Πλην όμως, όσο και αν οι σύγχρονοι καταστροφείς της θεωρίας του Piaget δεν βλέπουν το PSI πουθενά, δεν γίνεται να το διαγράψουν από την ιστορία. Είτε το θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε, το PSI συνέβη, είναι ένα στοιχείο της ιστορίας και με αυτό διαγράφηκε ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους. Για την ακρίβεια το PSI (και με αυτό τον όρο για λόγους οικονομίας της έκφρασης εννοούμε και το καθ’ εαυτό PSI αλλά και τα μικρά αδελφάκια του δηλαδή το PSI+ και το OSI) ήταν η μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που συνέβη στην παγκόσμια ιστορία. Είναι πολύ αμφίβολο αν θα ξανασυμβεί στο μέλλον, σε βάθος πολλών δεκαετιών, μία τόσο μεγάλη διαγραφή χρέους κάπου αλλού.

Διεγράφησαν, στις τρεις διαδικασίες συνολικά, περισσότερο από 200 δισεκατομμύρια ευρώ ελληνικού χρέους. Ακόμα και αν περιοριστούμε στο εξωτερικό χρέος, δηλαδή σε αυτό που το ελληνικό δημόσιο χρωστούσε μόνο σε ξένους και όχι σε Έλληνες πολίτες, και πάλι θα πρέπει να είναι το μεγαλύτερο γεγονός διαγραφής χρέους που υπήρξε ποτέ στην ιστορία, μιας και αυτό πρέπει να φθάνει τουλάχιστον τα 7/10 του συνόλου, δηλαδή στα 140 δισεκατομμύρια ευρώ. Το να υποκρινόμαστε και να λέμε ότι η Ευρώπη απομύζησε την Ελλάδα όσο μπορούσε, επιβάλλοντάς της «λιτότητα» και τα λοιπά και να παρασιωπούμε τη διαγραφή χρέους ύψους 140 δισεκατομμυρίων ευρώ είναι κάτι τελείως παρανοϊκό – έξω από το πεδίο μελέτης του Piaget.

Δεν ήταν το PSI που έβλαψε τις τράπεζες αλλά ήταν η ίδια η χρεοκοπία, την οποία το PSI έφερε σε ανεκτά μέτρα και δεν άφησε να εκδηλωθεί με όλη της την ένταση

Βεβαίως, αυτό, δηλαδή η αναδιάρθρωση του χρέους, δεν συνέβη λόγω της καλής καρδιάς της Ευρώπης. Συνέβη από ανάγκη διότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το σύνολο του υπάρχοντος χρέους της. Αυτό όμως είναι και το δεύτερο σημείο με το οποίο σχετίζεται η προσέγγιση του Piaget. Το καταπληκτικό που συμβαίνει είναι το εξής: όπως ένας τετράχρονος βλέπει τα δέντρα να γέρνουν αριστερά και δεξιά και πιστεύει πως αυτή είναι η αιτία που φυσάει ο άνεμος, έτσι και πάρα πολλοί, οι οποίοι δεν είναι όμως μικρά παιδιά αλλά είναι επαγγελματίες οικονομολόγοι και δουλεύουν σε αυτά τα πράγματα, βλέπουν όχι το PSI σαν αποτέλεσμα της χρεοκοπίας, αλλά πλευρές και όψεις της χρεοκοπίας σαν αποτέλεσμα του PSI!

Αίφνης μπορεί να θυμηθεί κανείς ότι λίγο καιρό πριν από την έναρξη των διαδικασιών της διαγραφής του χρέους, στη μεγαλύτερη οικονομική εφημερίδα του κόσμου, δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του πλέον αρμόδιου ίσως για αυτά τα θέματα Έλληνα οικονομολόγου, ο οποίος εξηγούσε ότι το PSI δεν έπρεπε να λάβει χώρα διότι θα πλήξει τις τράπεζες! Είναι βέβαια τρομερή ειρωνεία της τύχης ότι ο ίδιος αυτός Έλληνας οικονομολόγος, μετά από λίγο καιρό, ως πρωθυπουργός πλέον της χώρας, επέβλεψε –και έπραξε άριστα– το PSI!

Η χρεοκοπία της χώρας είχε ήδη μειώσει τη συνολική πραγματική αξία των τραπεζών

Εκείνο που δεν είχε αντιληφθεί, βεβαίως, όταν έγραφε το άρθρο στους Financial Times και ισχυριζόταν ότι η διαγραφή της αξίας των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου από το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών θα έχει καταστροφικές συνέπειες για αυτές είναι πως στην πραγματικότητα, η χρεοκοπία της χώρας είχε ήδη διαγράψει την αξία αυτή και είχε μειώσει τη συνολική πραγματική αξία των τραπεζών αναλόγως.

Είναι καταπληκτικό ότι δεν βρέθηκε κανείς τη στιγμή εκείνη να εξηγήσει οτι τα παλιόχαρτα που είχαν οι τράπεζες στα θησαυροφυλάκιά τους και λέγονταν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου είχαν μία πραγματική αξία ιλιγγιωδώς μικρότερη από την ονομαστική τους, γιατί το ελληνικό δημόσιο ήταν πλήρως ανίκανο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από ό,τι ήταν γραμμένο επάνω στα εν λόγω παλιόχαρτα! Ήταν δηλαδή ανίκανο να πληρώσει τους τόκους και την αξία τους στη λήξη τους.

Η πραγματική αξία τους, δηλαδή, είχε ήδη συρρικνωθεί πολύ πριν το PSI! Και μάλιστα, εάν δεν υπήρχε αυτή η συγκεκριμένη διαδικασία αναπροσαρμογής της ονομαστικής αξίας τους προς την πραγματική (δηλαδή το PSI), με τη συνολική μείωση της ονομαστικής αξίας περίπου κατά το ήμισυ, τότε τα ομόλογα αυτά θα είχαν πλήρως εκμηδενιστεί και οι τράπεζες θα είχαν υποστεί πολλαπλάσιες ζημιές από όσες υπέστησαν Συνεπώς δεν ήταν το PSI που έβλαψε τις τράπεζες αλλά ήταν η ίδια η χρεοκοπία, την οποία το PSI έφερε σε ανεκτά μέτρα και δεν την άφησε να εκδηλωθεί με όλη την έντασή της, η οποία θα κατέστρεφε πραγματικά την ελληνική οικονομία εκ θεμελίων.

Το να μην αντιλαμβάνεσαι ότι είτε γινόταν το PSI, είτε δεν γινόταν, τα χρήματα είχαν ήδη χαθεί και τα ομόλογα είχαν ήδη χάσει την αξία τους, είναι κάτι τελείως παράλογο

Ένα αντίστοιχο φαινόμενο παρανόησης της σχέσης που συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα μπορεί να το δει κανείς, αν ψάξει μέσα στο διαδίκτυο. Εκει θα βρει δεκάδες άρθρα ακαδημαϊκών και άλλων οικονομολόγων για το PSI στα οποία με έκπληξη μπορεί να διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι δηλώνουν ότι η καθαρή αξία του PSI (και του PSI+), δηλαδή το καθαρό «όφελος» για τη χώρα, δεν ήταν 130 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά ήταν, ας πούμε, περίπου 70 δισεκατομμύρια. Γιατί τα άλλα 60 δισεκατομμύρια ήταν η «ζημιά» που προκλήθηκε από το PSI και έπρεπε να αποκατασταθεί με νέο δανεισμό, όπως ήταν για παράδειγμα ο δανεισμός για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών! (Κάτι τέτοιο έλεγε και η Τράπεζα της Ελλάδος στο βιβλίο που εξέδωσε το 2014 για την κρίση).

Δηλαδή, και πάλι σύμφωνα με τη συγκεκριμένη άποψη, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου καταστράφηκαν εξαιτίας του PSI και όχι εξαιτίας της χρεοκοπίας! Αυτό, όμως, δηλαδή το να μην αντιλαμβάνεσαι ότι είτε γινόταν το PSI, είτε δεν γινόταν, τα χρήματα είχαν ήδη χαθεί και τα ομόλογα είχαν ήδη χάσει την αξία τους, είναι κάτι τελείως παράλογο. Είναι τόσο λάθος τρόπος να σκέφτεσαι όσο και το να βλέπεις τα δέντρα να γέρνουν δεξιά και αριστερά και να πιστεύεις ότι αυτά δημιουργούν τον άνεμο με την κίνηση των κλαδιών τους και του κορμού τους.

Τα οφέλη του PSI ήταν ακέραια για την ελληνική οικονομία

Η εξαέρωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων συνεπώς προήλθε από τη χρεοκοπία και όχι από το PSI. Είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε το PSI οι ελληνικές τράπεζες είχαν ανάγκη από ανακεφαλαιοποίηση, και με αυτή την έννοια η ζημιά που υπέστησαν δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τα κέρδη του PSI. Τα οφέλη του PSI ήταν ακέραια για την ελληνική οικονομία. Οι τράπεζες δεν ήταν θύματα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, όπως ισχυρίζεται η κακόβουλη και βλακώδης αντιμνημονιακή άποψη που κυριάρχησε στην κοινή γνώμη, αλλά ήταν θύματα της χρεοκοπίας η οποία, άλλωστε, κατέστησε αναγκαία και την αναδιάρθρωση του χρέους.

Ίσως μάλιστα, αν θέλαμε να πάμε λίγο πιο βαθιά προς την κατεύθυνση της αλήθειας, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι τράπεζες δεν ήταν ούτε καν θύματα της χρεοκοπίας. Σε ένα βαθμό, και κατά ένα ποσοστό, ήταν συνυπεύθυνες για τη χρεοκοπία και κατ’ επέκτασιν για την ίδια τη δική τους καταστροφή. Με την ακρισία που έδειξαν τον καιρό των χαμηλών επιτοκίων όπου υπερδανείζονταν για να δίνουν καταναλωτικά δάνεια στον Έλληνα να πηγαίνει διακοπές στην πανέμορφη Βαρκελώνη και όπου του χορηγούσαν το 140% της πραγματικής αξίας ενός –ήδη υπερτιμημένου– ακινήτου στο στεγαστικό του δάνειο, στην πραγματικότητα οι τράπεζες συνεισέφεραν, τα μέγιστα, στη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Και βέβαια όταν κάποιος σκέφτεται με τόσο παράλογο τρόπο, ο παραλογισμός του δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Υπάρχει και μία ολόκληρη δαιμονολογία για τη συνωμοσία που οδήγησε τις τράπεζες να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα μέσω εξαναγκασμού τους από το ελληνικό δημόσιο προς όφελος των ξένων – και τα λοιπά. Όμως πολλοί ξεχνούν ότι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι τράπεζες μόνες τους, όπως το 2008, για παράδειγμα, που η τιμή των ελληνικών ομολόγων είχε μειωθεί τόσο πολύ ώστε έφτασαν να έχουν απόδοση 6%, έσπευδαν να τα αγοράσουν διότι πραγματικά η «αξιοποίησή» τους σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση που έπαιρναν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν τα ενεχυρίαζαν (διοχετεύοντας το νέο χρήμα στα δάνεια που αναφέρθηκαν προηγουμένως), μπορεί να περνούσε σε απόδοση και το 10%. Άλλωστε η ιστορία της Τράπεζας Κύπρου είναι ενδεικτική στο σημείο αυτό.

Μία άλλη παραλλαγή του σχετικού παραλογισμού είναι εκείνη που θεωρεί ότι το PSI «κατέστρεψε τα ταμεία»

Μία άλλη παραλλαγή, πάλι, του σχετικού παραλογισμού είναι εκείνη που έχει επανειλημμένα ακουστεί ακόμα και από επίσημα χείλη και θεωρεί ότι το PSI «κατέστρεψε τα ταμεία». Ξέρουμε, βέβαια, ότι αυτό δεν είναι αλήθεια με την έννοια ότι στην πραγματικότητα το PSI διέσωσε τα ταμεία από την καταστροφή. Διότι, έναντι αξίας 15 περίπου δισεκατομμυρίων που διαγράφηκε από τα ομόλογα που διακρατούσαν, τα ταμεία, στα αμέσως επόμενα έτη, δέχτηκαν πολλαπλάσια επιχορήγηση από το ελληνικό δημόσιο και αυτό κατέστη δυνατόν αποκλειστικά και μόνο χάρις στο PSI. Διότι πριν από το PSI και τη μείωση των τόκων που επέφερε, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει 16 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ τόκους τον χρόνο–κατά κύριο λόγο στέλνοντάς τα στους δικαιούχους στο εξωτερικό. Μετά το PSI το ποσόν αυτό μειώθηκε περίπου στα 5 με 6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Δηλαδή, εξαιτίας του PSI, 10 περίπου δισεκατομμύρια τον χρόνο περίσσεψαν για να μπορεί να συνεχίζει το δημόσιο να τροφοδοτεί τα ταμεία και αυτά να πληρώνουν τις συντάξεις στο ύψος που συνεχίζουν να παραμένουν μέχρι και τώρα! (Ειδικά μάλιστα στους δικαιούχους της «προσωπικής διαφοράς»). Εάν δεν υπήρχε το PSI κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν θα ήταν δυνατόν και τότε θα είχαν καταρρεύσει τα ταμεία αφού δεν πρόκειται να έπαιρναν τίποτα από το ελληνικό δημόσιο που χρεοκοπώντας ολοσχερώς δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσει καμία σύνταξη, σε κανέναν.

(Και φυσικά το γεγονός ότι έχει γίνει ευρέως αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι το PSI κατέστρεψε τα ταμεία δείχνει πόσο χαμηλό είναι το επίπεδο της λογικής μας σε συλλογικό επίπεδο. Το δημόσιο και τα ταμεία κατά μίαν έννοια είναι το ίδιο πράγμα, ο ίδιος οργανισμός, η ίδια πολιτική. Τα ομόλογα δεν ήταν παρά κάποια τυπωμένα χαρτιά τα οποία έχουν αξία μόνο μεταξύ διαφορετικών οικονομικών υποκειμένων που οι σχέσεις τους καθορίζονται από τον νόμο και τα συναλλακτικά ήθη. Όχι μέσα στον ίδιο οργανισμό. Το να ισχυριζόμαστε ότι είναι η διαγραφή της αξίας των ομολόγων που διακρατούσαν τα ταμεία που τα έβλαψε οικονομικά, και όχι η χρεοκοπία του κράτους που τα χρηματοδοτεί, είναι σαν να λέμε πως κάποιος ήταν πολύ πλούσιος και φτώχυνε όχι γιατί χρεοκόπησε αλλά γιατί έβγαλε τα λεφτά του από την δεξιά του τσέπη και τα έβαλε στην αριστερή!).

Τα «ταμεία» σε μεγάλο βαθμό προξένησαν την χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου

Επιπλέον σε όλη αυτήν τη συζήτηση για τα ταμεία υπάρχει και μία πολύ μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας. Όπως στην πεποίθηση ότι τον άνεμο τον δημιουργούν τα κυπαρίσσια με την κίνησή τους, έτσι συμβαίνει και με τον δημαγωγικό ισχυρισμό ότι «το PSI κατέστρεψε τα ταμεία»: η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Όχι μόνο το PSI δεν κατέστρεψε τα ταμεία αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο: τα «ταμεία» έφεραν και το PSI με την έννοια ότι τα «ταμεία» σε μεγάλο βαθμό προξένησαν την χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου.

Είναι προφανές πως στην βάση της χρεοκοπίας βρίσκονται τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ που στην περίοδο 2000–2010 δαπανήθηκαν για την αύξηση και την πληρωμή των συντάξεων, κυρίως στους εκλεκτούς του πελατειακού κράτους που γίνονταν ήδη απόμαχοι της ζωής, και με παχυλές αποζημιώσεις, ενώ κάποιοι απ’ αυτούς ήταν–δεν ήταν 49 χρονών, νέοι και σφριγηλοί. (Που μπορεί, μάλιστα, να έπαιρναν και σύνταξη μεγαλύτερη από αυτήν που έπαιρνε ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας).

Αυτό το σκέλος των «δαπανών», μαζί με άλλα βεβαίως, είχε σαν αποτέλεσμα να χρεοκοπήσει το δημόσιο και στη συνέχεια να χρειάζεται να γίνει το PSI. Αρα λοιπόν αντί το PSI να βλάψει τα «ταμεία» είναι τα «ταμεία», δηλαδή το συνταξιοδοτικό που υπερχρέωσε και τελικά οδήγησε σε πτώχευση το ελληνικό δημόσιο καθιστώντας αναπότρεπτο και το PSI!

Υπάρχει και ένας σημαντικός αριθμός ατόμων που θα ήθελαν το 2010 η Ελλάδα να δηλώσει πτώχευση

Τέλος, στον κόσμο που ζούμε –όπου κυριαρχεί πλήρως η πολιτική δημαγωγία–, υπάρχει και ένας σημαντικός αριθμός ατόμων που ενώ ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται στο ζήτημα της μείωσης του χρέους τους τοποθετεί πνευματικά κοντά στην ηλικία των 2 έως 7 ετών, εν τούτοις δεν μπορούμε να τους υπαγάγουμε στην κατά Piaget κατηγοριοποίηση. Γι’ αυτούς χρειάζεται μία άλλην θεωρία. Και τούτο διότι δεν λένε απλώς παραλογισμούς αλλά λένε απίστευτες τρέλες. Πρόκειται για εκείνα τα άτομα που –εμφορούμενα από εδραίες «αντιμνημονιακές» πεποιθήσεις– τώρα που μιλάμε και γράφουμε, δηλαδή την στιγμή αυτή, μπορούν να εξαπολύσουν μύδρους και κατάρες για τους ανάλγητους Ευρωπαίους συνωμότες (και για τους ντόπιους υποτακτικούς τους βεβαίως–μην τους ξεχνάμε και αυτούς), οι οποίοι δεν επέτρεψαν στην Ελλάδα το 2010 να δηλώσει πτώχευση και δεν προχώρησαν στην απομείωση του χρέους της.

Αμέσως μετά, όμως, δηλαδή το ακριβώς επόμενο λεπτό, μπορούν να σου εξηγήσουν, με αντίστοιχο πάθος αλλά και ατράνταχτα επιχειρήματα, ότι το PSI το 2012 ήταν μία πολύ μεγάλη απάτη, με σκοπό να αφαιμάξουν τη χώρα οι χρυσοκάνθαροι της διεθνούς ολιγαρχίας και να ενεχυριάσουν όλον τον πλούτο της.

Δηλαδή ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος ισχυρίζεται, τώρα, ότι δολίως δεν μας επέτρεψαν το 2010 να προχωρήσουμε σε στάση πληρωμών (χωρίς φυσικά να αντιλαμβάνεται ότι η απομείωση του χρέους της Ελλάδας, το 2010, θα είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή των ελληνικών τραπεζών και την εξαέρωση των καταθέσεων των Ελλήνων πολιτών, την καταστροφή των ευρωπαϊκών τραπεζών, τη χρεοκοπία και των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, τη διάλυση του ευρώ και –σαν δευτερογενές αποτέλεσμα όλων αυτών– την ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας μας από την οποία όλη αυτή η διαδικασία θα είχε αρχικά ξεκινήσει), ο ίδιος λοιπόν άνθρωπος, αμέσως μετά, θα προχωρήσει στον ισχυρισμό ότι το PSI που έγινε το 2012 ήταν πάρα πολύ λίγο, διότι τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ είναι πολύ λίγα και δεν φτάνουν ούτε για στραγάλια–και άσε που δεν ήτανε 200, αλλά καθαρά άντε το πολύ-πολύ να ήτανε καμμιά πενηνταριά! Καθώς και ότι το PSI ήταν βρώμικο, ύπουλο και κακόβουλο γιατί το πλήρωσαν οι τράπεζες και τα ταμεία!

Χώρια κιόλας που το εναπομένον χρέος πέρασε στο αγγλικό Δίκαιο και έτσι θα καταβροχθίσουν και όλους τους υδατάνθρακες του Αιγαίου μόνοι τους ο Σόιμπλε και ο Σόρρος! Αυτό δηλαδή που το 2010 ήταν καλό να γινόταν και οι ξένοι ήταν εγκληματίες που δεν επέτρεψαν να γίνει άτακτα και στα τυφλά, όταν τελικά έγινε το 2012 με ελεγχόμενο τρόπο, χωρίς να καταστραφεί ούτε η χώρα ούτε η ευρωπαϊκή οικονομία, ήταν κακό, ήταν συνωμοσία και πλεκτάνη εις βάρος της Ελλάδας! Αυτά τα λέει όλα ο ίδιος άνθρωπος και με χρονική απόσταση 2 λεπτών το ένα από το άλλο. (Ή τα γράφει στα σχόλια που κάνει κάτω από τα άρθρα των δυστυχών συγγραφέων στο διαδίκτυο).

(Το μόνο πραγματικό γεγονός είναι ότι με το PSI πολλοί ιδιώτες μικροαποταμιευτές, αθώοι του εγκλήματος της χρεοκοπίας, έχασαν ένα μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων τους. Ο υπογράφων θεωρεί ότι, δυστυχώς, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά σε μία διεθνοποιημένη οικονομία όπως η ελληνική. Πιθανόν θα ήταν λόγος αποτυχίας ή ακύρωσης της διαδικασίας ομαλής αναδιάρθρωσης του χρέους εάν από αυτήν είχαν εξαιρεθεί οι μικροαποταμιευτές ελληνικής υπηκοότητας. Πλην όμως, αν κάποιος είχε μία πραγματικά χρήσιμη πρόταση, καλό θα ήταν να την παρουσιάσει. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε ακούσει κάτι σοβαρό για το συγκεκριμένο θέμα).

Ο Jean Piaget, εν πάση περιπτώσει, ήταν μεγάλος ψυχολόγος, πλην όμως ο χώρος και ο τρόπος που έζησε (στη νυσταλέα Ελβετία του 20ού αιώνα), ίσως δεν τον βοήθησαν να πάει τη θεωρία του πάρα πολύ μακριά. Εάν ζούσε στην σημερινή Ελλάδα θα διαπίστωνε με έκπληξη ότι το στάδιο στο οποίο δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί ο λογικός τρόπος σκέψης, και στο οποίο το αποτέλεσμα θεωρείται ότι προκαλεί την αιτία ενώ ο καθένας βλέπει μόνο αυτά που θέλει να δει και δεν βλέπει αυτά που δεν θέλει να δει, ακόμη και αν του πέσουν στο κεφάλι και τον καταπλακώσουν, είναι ένα στάδιο διανοητικής ανάπτυξης που δεν αφορά μόνο τους πεντάχρονους αλλά μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες ηλικίες. Όχι απλά μέχρι την ενηλικίωση αλλά, ενίοτε, και μέχρι το βαθύ γήρας.

*Ο Δημήτρης Ιωάννου είναι οικονομολόγος. Έχει ασχοληθεί με θέματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, καθώς και με θέματα νομισματικής πολιτικής, εξωτερικού εμπορίου και διεθνών οικονομικών σχέσεων. Τo τελευταίο διάστημα μελετά τις πτυχές ασυμμετρίας και τους μηχανισμούς ανισορροπίας της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

ΠΗΓΗ: https://www.athensvoice.gr