Γρηγόρης Νούσιας: Στον τοξικό απόηχο της Novartis . . . ‘‘Ζεί ο βασιλιάς Αλέξανδρος’’;

<< Ανδρών τα έργα, ώ, Αλέξανδρε! Τον δρώντα γαρ τι, και παθών οφείλεται!>> (Όποιος πράττει δα, παθαίνει κιόλας). Έτσι τον προσφωνεί ο γέρο-Βοιωτός, εν μέσω επευφημιών όλης της στρατιάς, όταν επιστρέφει σώος στο στρατόπεδο, μετά από κάποια περιπέτεια που χαρακτηρίστηκε από τον Νέαρχο, τον ναύαρχό του, ‘‘στρατιωτών δουλειά, όχι στρατηγού’’.

Έφτασε ένα περιστατικό, όπου ο ίδιος σοβαρά πληγώθηκε από εχθρικό βέλος, και η αγωνία του στρατού μέχρι να τον ξαναδεί και να βεβαιωθεί πως ζεί, λειτούργησε ως κάθαρση, δένοντας πάλι τους στρατιώτες με τον Ένα, τον μοναδικό Αρχηγό και Ήρωά τους. Είχε προηγηθεί ανταρσία. Η συνέλευση του στρατεύματος και πολλοί διακεκριμένοι στρατηγοί είχαν εναντιωθεί στην απόφασή του να συνεχίσει την κατακτητική-εκπολιτιστική εκστρατεία. Να κινηθεί ακόμη πιο ανατολικά, να φθάσει στον Γάγγη και εκείθεν στην θάλασσα της Ανατολής. Όλοι τους είχαν νοσταλγήσει την πατρίδα, τους συγγενείς, την οικογενειακή ατμόσφαιρα. Ο Αλέξανδρος συγκατατίθεται. Αλλάσσει κατεύθυνση.

Τέλη Αυγούστου του 326 π.χ. Και οι τελευταίοι τοπάρχες έχουν προσφέρει γη και ύδωρ, με τελευταίον τον βασιλιά Πώρο. Απόλυτη αφοσίωση. Μια ακόμη Αλεξάνδρεια εγκαινιάζεται. Βωμοί και πύργοι υψώνονται. Μνημεία του Στρατηλάτη σμιλεύονται. Γίνονται θυσίες και αγώνες κάθε λογής, κατά τα ελληνικά έθιμα. Κι ο στρατός ξεκινάει για τη δύση. Γρανικός, Ισσός, Φοινίκη, Μέμφις, Γαυγάμηλα, Βακτριανή, Σογδιανή, Ώξος, Ιαξάρτης, Υδάσπης, Ινδία. Μια ασύλληπτη διαδρομή. Είχε απ΄όλα. Κυρίως στρατιωτικές επιτυχίες, αλλά και απόπειρες δολοφονίας του ίδιου. Μαύρισε η ψυχή του Αλέξανδρου. Έπρεπε να εξοντώσει τους επίβουλους κατά της ζωής του. Μεταξύ αυτών, και τον πρώτο στρατηγό του, τον Παρμενίωνα. Και η Ρωξάνη στο πλευρό του. Είχαν ξεκινήσει, οκτώ χρόνια νωρίτερα, το 334 π.χ. διαβαίνοντας τον Ελλήσποντο, ο Αλέξανδρος και οι άλλοι Έλληνες, με τριάντα πέντε χιλιάδες άνδρες. Και ο Δαρείος από νωρίς εκτός μάχης, καταδιωκόμενος και τελικά κατακρεουργημένος από τους ίδιους τους Σατράπες του. Ήταν ο πρώτος Ευρωπαίος που έβρισκε το δρόμο για την Ινδία. Δεμένο με τη χώρα του Γάγγη είναι ό,τι μεγάλο και ιερό έχουν οι Ινδοί. Εκεί η πανάρχαια απλοϊκή πίστη και ο αυστηρός χωρισμός σε κάστες που όρισε ο ίδιος ο Βράχμα. Εκεί και τα προσκυνήματα στον ποταμό με τ΄άγιο νερό. Αυτόν τον ποταμό, ο Αλέξανδρος δεν τον έζευξε. Το άγιο νερό δεν το άγγιξε.
Στρατοπεδευμένος στις παραποτάμιες περιοχές του Ινδού, και με την ανησυχία των στρατιωτών του, ότι σωριάζει μόχθους πάνω σε μόχθους και κινδύνους πάνω σε κινδύνους, καλεί ο Αλέξανδρος τους αρχηγούς των τάξεων για να τους πεί πως δεν απομένει και πολύ ως τον Γάγγη και την Ανατολική Θάλασσα. Και, ότι ‘‘μόλις κυριέψουμε τον κόσμο θα σας ξαναγυρίσω εγώ γραμμή πίσω στη Μακεδονία, πλούσιους σε αγαθά, δόξα και αναμνήσεις’’. Και τότε ένας πολυδοξασμένος στις μάχες θα τολμήσει, ‘‘όσο πιο πολλά, ο Αλέξανδρος και η Στρατιά όλη, κάναμε, τόσο και πιο πιεστική είναι η ανάγκη, λέω, να μπεί ένα τέλος πιά σ’ αυτά’’. Μέτρο στην ευτυχία, όπως θα λέγαμε. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, στο μεσουράνημα της ζωής και του μεγαλείου του, βρέθηκε μεταξύ ονειροπόλησης και αδήρητης πραγματικότητας. Από το ένα μέρος, το βασίλειο που ποτέ ο ήλιος δεν δύει, και από το άλλο, συνέχιση της εκστρατείας στην Ανατολή σημαίνει εγκατάλειψη της Δύσης. Και στο βάθος η φυσική και ηθική κούραση των υπολοίπων. Εν κατακλείδι, πορεία επιστροφής, αλλά όχι από τον ίδιο δρόμο.
Απέραντοι οριζώνες και σταροχώραφα. Αμέτρητα κοπάδια, τα βοοειδή. Πρόβλημα επισιτισμού δεν υπάρχει. Άλλοστε, η γραμμή επιμελητείας από Μακεδονία είναι συνεχώς ανοιχτή. Ο Αντίπατρος που έχει μείνει πίσω κάνει πολύ καλή δουλειά, ακόμη και σε θέματα νέων επιστρατεύσεων. Απέραντα και τα δάση. Άφθονη η ξυλεία. Στήνονται εκατοντάδες (τ)αρσανάδες (άρση νηός), και αρχίζει ξέφρενη ναυπήγηση πλοίων. Πολλοί οι Τριηράρχες, με προεξάρχοντα τον Νέαρχο, μέσα σ’ αυτούς και ο Έλληνας γραμματέας του Μεγαλέξανδρου και δύο βασιλόπουλα από την Κύπρο. Για πληρώματα, Φοίνικες, Αιγύπτιοι, Κύπριοι και άλλοι Έλληνες. Χίλια καράβια κάθε είδους είναι έτοιμα να αναχωρήσουν. Ο Αλέξανδρος με οκτώ χιλιάδες μάχιμους επιβιβάζεται σ’ αυτά, ο ίδιος στο καράβι του χιλίαρχου-ναύαρχου Νέαρχου. Ο υπόλοιπος στρατός μοιράστηκε σε δύο φάλαγγες. Θα κατέβαιναν, συγχρόνως, κατά μήκος της μιας και της άλλης όχθης του Υδάσπη, με τον Κρατερό επί κεφαλής της δεξιάς, και τον Ηφαιστίωνα της αριστεράς, έχοντας και διακόσιους ελέφαντες. Θέαμα μοναδικό! Τι θα κατέγραφε ένας σύγχρονος δορυφόρος; Παρατάξεις πεζικού, ιππικού, σαρισσοφόρων, αγημάτων, εταίρων, ελεφάντων, με ιαχές πολεμικές και πολεμικές τυμπανοκρουσίες. Σχηματισμοί πλοίων στον ήρεμο πλημμυρισμένο ποταμό, τρία χιλιόμετρα το πλάτος, με συγχρονισμένους παφλασμούς κουπιών και ρυθμικών παραγγελμάτων. Ποιός ο προορισμός;
Πορεία και κωπηλασία επί πέντε ημέρες. Και η στρατιά θα βρεθεί στη χώρα των Μαλλών. Μοιάζουν ανυπότακτοι. Καταφύγιό τους κάποια οχυρή πόλη με την απόρθητη ακρόπολη. Μια μέρα ξεκούραση και η έφοδος κατά των τειχών αρχίζει. Καταιγισμός εχθρικών βελών. Ρίχνονται οι πολιορκητικές σκάλες και να . . . ο Αλέξανδρος, αυτός μόνος, φτάνει, πρώτος, ψηλά στις επάλξεις. Ακολουθούν οι υπασπιστές. Οι Ινδοί τον αναγνωρίζουν από το λοφίο της περικεφαλαίας και τα λαμπρά του όπλα. Αναμετράει με το βλέμμα πόσο ψηλά είναι τα τείχη προς τα μέσα και ασυγκράτητος, χωρίς περιστροφές, πηδάει στη φωλιά του εχθρού. Με την πλάτη στον τοίχο . . . τους περιμένει! Πρώτος ορμάει ο αρχηγός τους. Ξεκοιλιάζεται. Και άλλος και τρίτος και τέταρτος, τους διαπερνά το ξίφος του Αλέξανδρού. Τα βέλη, βροχή. Τον προφυλάσσει η ασπίδα του. Αλλά ως πότε. Το χέρι του κουράζεται, υποχωρεί, το σώμα του μένει ακάλυπτο και αμέσως το εχθρικό βέλος τον βρίσκει στο στήθος. Οι υποστηρικτές του έχουν πηδήσει και αυτοί στο εσωτερικό και τον σκεπάζουν με την ασπίδα. Ναι, την ασπίδα που είχε πάρει από το Ίλιον. Ήταν η ασπίδα του Αχιλλέα. Και ο Αλέξανδρος όλο και χάνει αίμα . . . και η αγωνία της στρατιάς κορυφώνεται, ‘‘Ζεί ο βασιλιάς Αλέξανδρος’’; Φήμες για τον θάνατό του. Αλλά η πόλη εκπορθείται και οι συντρόφοι του θα μπορέσουν να τον μεταφέρουν εκτός τειχών. Ποιος θάτανε τώρα αρχηγός της στρατιάς; Ποιος θα τους γυρνούσε στην πατρίδα; Τους στρατιώτες του, σίγουροι για τον θάνατό του, από τη στιγμή που τον είδαν να χάνεται μ’ ένα πήδημα πίσω από τα τείχη, και τους άλλους τους στρατοπεδευμένους, τούς βασανίζουν ερωτήματα επιβιώσεως, επιστροφής, γοήτρου και, γιατί όχι, ηθικής τάξεως. Τόσο αίμα αντισταθμίζεται με τον όποιον εκπολιτισμό και εξελληνισμό μιάς αχανούς γεωγραφικής επικράτειας; Γι’ αυτό, όταν έφθασε η είδηση ότι ζεί ο βασιλιάς Αλέξανδρος, με δυσκολία την δέχτηκαν.
Αλλά ο Αλέξανδρος έζησε. Και θα πάρει αναγκαστικά και με πολύ πόνο την απόφαση για τον γυρισμό της στρατιάς. Οι στρατιώτες του έχουν ξεπεράσει τα σωματικά και ψυχολογικά τους όρια. Οι διαμαρτυρίες, πολλές. Εκεί, λοιπόν, θα τεθεί οριστικό τέλος στις πολεμικές επιχειρήσεις της όλης εκστρατείας. Αλλά πού είναι ο δρόμος της επιστροφής; Μπροστά του το αφιλόξενο Δέλτα του Ινδού, πιο κεί η άνυδρη απέραντη έρημος της Γεδρωσίας. Την είχε διασχίσει κάποτε και η Σεμίραμις γυρνώντας από την Ινδική με πολλές μυριάδες στρατού, αλλά στη Βαβυλώνα φθάσανε είκοσι μόνον στρατιώτες της. Αλλά και ο Κύρος, είχε πάθει τα ίδια. Και αχνά στον ορίζοντα, ορεινοί όγκοι βγαλμένοι από ταινίες της Αποκαλύψεως. Γνωρίζει όμως ο Αλέξανδρος (από πού;) πως η θάλασσα όπου χύνεται ο Ινδός σχηματίζει τον Περσικό κόλπο. Φαντάζεται έναν θαλάσσιο δρόμο προς τα στόμια του Τίγρη και Ευφράτη. Μελετάει ο ίδιος τις παλίρροιες και τους μουσώνες, εκτιθέμενος ο ίδιος σε πρωτόγνωρους κινδύνους. Υπολογίζει τα αποθέματα τροφών. Ζυγίζει το ηθικό. Αναθέτει ρόλους και προσδιορίζει διαδρομές. Θα ήθελε να πεί, ‘‘Σημείο συναντήσεως, η Βαβυλώνα’’! Μοιάζει με ραντεβού στο στοχαστικό ‘‘επέκεινα’’!
Αύγουστος του 325 π.χ. Ο Νέαρχος, γεννημένος στην Κρήτη και πολίτης της Αμφίπολης, είναι και πάλι ο ναύαρχος του στόλου. Με εκατό πλοία και κάποιες χιλιάδες άνδρες ξανοίγεται στον Ωκεανό. Ο Κρατερός από Αραχωσία και ο Αλέξανδρος από Γεδρωσία, με σαράντα χιλιάδες μάχιμους. Μακρές και ασύντακτες πορείες. Η άμμος βαθειά, καυτή και το λιοπύρι σαν φουρτουνιασμένη θάλασσα. Και από πάνω, η κάθε νύχτα παγερή. Αφυδάτωση και πείνα. Σφάζονται υποζύγια, εγκαταλείπονται οι ανήμποροι. Μετά από δυό μήνες πορείας, ο Αλέξανδρος φθάνει στα Πούρα, πρωτεύουσα της Γεδρωσίας. Εκεί θα ξεδιψάσουν, θα χορτάσουν, θα ξαποστάσουν και θα ενισχυθεί το ηθικό τους. Ο Αλέξανδρος θα έχει ‘‘ξεπεράσει’’ τον Κύρο και τη Σεμίραμις! Και ο Κρατερός που βρίσκεται; Ποιά η ρώτα του Νέαρχου;
‘‘Φθάνει ο Νέαρχος, με τον Αρχία και άλλους πέντε’’, αναγγέλουν στο Αλέξανδρο.
‘‘ . . . Μα σαν σε βλέπω γερό, Νέαρχε, και αυτόν εδώ τον Αρχία, μου λιγοστεύετε τη συμφορά. Πές μου, ωστόσο, πώς χάθηκαν τα καράβια και ο στρατός’’;
‘‘ Γερά είναι, και τα καράβια και ο στρατός, βασιλιά μου . . !
Και όταν καταλάγιασαν οι συγκινήσεις και στέγνωσαν τα δάκρυά του, ορκίζονταν στον Δία και τον Άμμωνα πως η μέρα αυτή ήταν η πιο ευτυχισμένη του, γιατί χαρά του έφερε, πιο μεγάλη κι απ΄την κατάκτηση της Ασίας. Ναι, Αλέξανδρος και Νέαρχος είχαν συναντηθεί σε κάποια ακτή. Ας πούμε, στη χώρα των Ιχθυοφάγων! Αλλά δεν είναι καιρός για χάσιμο. Όλα επί ξυρού ακμής. Ο Αλέξανδρος ρίχνει τις τελευταίες ζαριές και ανανεώνει τις εντολές για τη συνέχιση της πορείας του γυρισμού. Ο Νέαρχος θα ακολουθούσε την ακτή του Περσικού κόλπου. Ο ίδιος, και πιο πέρα ο Ηφαιστίωνας, από τον συντομότερο δρόμο, μέσα από χαράδρες και τενάγη, χιόνια και επικίνδυνες αναθυμιάσεις, ξαναπερνώντας από τις Πασαργάδες και την Περσέπολη, για να κατηφορήσουν στις Περσίδες Πύλες και να ξαναστρατοπεδεύσουν τελικά στα Σούσα. Φθάνει και ο Νέαρχος, σαν από άλλον γαλαξία. Φθάνουν όλοι, όσοι είχαν απομείνει! Η στρατιά συγκεντρωμένη, ίσως είκοσι πέντε χιλιάδες άνδρες.
Στα Σούσα, λοιπόν, Φεβρουάριος του 324 π.χ. Ξένοι από Ασία και Ευρώπη προσέρχονται, περίπου εννέα χιλιάδες καλεσμένοι. Η μεγάλη βασιλική σκηνή καταυγάζει στο στερέωμα. Κάτι θαυμαστό και μοναδικό στους αιώνες πρόκειται να γιορταστεί. Ναι, παντρεύονται συμβολικά η Ανατολή και η Δύση. Θα πάρει σάρκα και οστά η Ελληνιστική ιδέα του Αλέξανδρου. Η γαμήλια τελετή που θα ακολουθήσει θα είναι πηγή δυνάμεως και παράγων διάρκειας στο χρόνο, της αχανούς νεοκατακτημένης επικράτειας. Θα είναι η συνάντηση των δύο κοσμοθεωρητικών και πολιτιστικών ροπών στη συνείδηση του Μεγαλέξανδρου. Της Δύσης, όπως του την είχε εμπεδώσει ο Αριστοτέλης και εκείνης που ήκμαζε στη χώρα του Γάγγη.
Η Στάτειρα, η κόρη του Δαρείου, στη σκιά του Αλέξανδρου. Όχι, δεν είχε χωρίσει τη Ρωξάνη. Η νεώτερη αδερφή της, η Δρύπετις, πλάι στον αγαπημένο του, τον Ηφαιστίωνα. Η Άμαστρις, η ανιψιά του Δαρείου, δίπλα στον Κρατερό. Η κόρη του άρχοντα της Μηδίας, κρατάει το χέρι του Περδίκα. Του γερο-Αρτάβαζου, η Αρτακάμα, κοιτάζει βαθειά στα μάτια τον Πτολεμαίο του Λάγου. Η αδερφή της, η Άρτωνις, όλο και κάτι ψυθιρίζει στο αυτί του Ευμένη, είναι ο ιδιαίτερος γραμματέας του Αλέξανδρου. Η κόρη του Ρόδιου Μέντορα ονειρεύεται τον οίακα και τον στόλο που διηύθυνε ο ναύαρχος Νέαρχος και του τάζει τον ουρανό με τ’ άστρα. Και στην άκρη του βασιλικού τραπεζιού ο Σέλευκος, με την κόρη του Σπιταμένη της Σογδιανής. Όλοι ορκίζονται αιώνια πίστη. Είχαν γραφτεί πάνω από δέκα χιλιάδες Ελληνομακεδόνες που θα έπαιρναν για γυναίκες τους Ασιάτες. Αμύθητα τα γαμήλια δώρα.
Και μετά ήρθαν οι τραγουδιστές και οι κιθαριστές από την Μεγάλη Ελλάδα και την Ιωνία. Αυλητρίδες και διονυσιακοί θίασοι από την Ελλάδα. Χαρές, κέφι, όλοι και όλα ένα πανηγύρι! Παίχτηκε και το σατυρικό έργο του Πύθωνα του Βυζάντιου, εμπλουτισμένο με αστεία και πειράγματα για τον κουτσό αρχιταμία των βασιλικών θησαυρών, τον Άρπαλο. Τι περίπτωση και αυτός! Το είχε σκάσει, για δεύτερη φορά, με ικανό μέρος από τον θησαυρό του Αλέξανδρου κατά Αθήνα μεριά, για να δημιουργήσει και εκεί αφόρητες πολιτικές καταστάσεις με Δημοσθένη και άλλες δημοκρατικές (κυριολεξία) δυνάμεις. Την πρώτη φορά ο Άρπαλος είχε καταφύγει στην αυλή του Αλέξανδρου του Μολοσσού, του θείου, στην Πασσαρώνα, όταν αυτός ευρίσκετο σε εκστρατεία στην Ιταλία. Αλλά ο Αλέξανδρος τον είχε καλέσει να επιστρέψει, συγχωρώντας τον. Όμως, παρ΄όλην αυτή την αναστάτωση και τις ελλείψεις στο βασιλικό θησαυροφυλάκιο, ο κήρυκας, εν μέσω επευφημιών, εξαγγέλλει ότι ο Αλέξανδρος θα ‘‘εξοφλήσει τα δεδουλευμένα’’. Στήθηκαν τράπεζες σε όλο το στρατόπεδο. Σωροί τα χρυσά νομίσματα. Και η σχετική διαταγή έλεγε: όποιος δείχνει απλήρωτον λογαριασμό να εισπράττει το ποσόν χωρίς να δίνει τ’ όνομά του . . ! Ατέλειωτες οι ουρές! Θυμόσαστε τι έγινε με τις αποζημιώσεις των πυροπληγέντων στο νομό Ηλείας. Καραβάνια οι συμπαθητικοί γύφτοι απ’ όλη την Ελλάδα για να εισπράξουν!
Τη στρατιά του Αλέξανδρου ακολουθούσε και κάποιος Ινδός γυμνοσοφιστής. Είχε κερδίσει τη συμπάθεια του Αλέξανδρου και των άλλων στρατηγών. Κάλανο, τον προσφωνούσαν. ‘‘Καλύτερα θάταν να πέθαινα, Μεγαλειότατε, πριν αναγκαστώ απ’ τη σωματική μου ανημπόρια ν’ αλλάξω τρόπο ζωής, χειρότερο δεν υπάρχει από το να ταράσσει κάποια αρρώστια την ηρεμία του πνεύματος’’. Μάταια ο Αλέξανδρος προσπάθησε να τον μεταπείσει, και έδωσε εντολή να στήσουν την πυρά για την καύση. Πριν ψελλίσει την τελευταία του προσευχή, ο Ινδός γυμνοσοφιστής θα αποχαιρετούσε τον Αλέξανδρο και θα του έλεγε, ότι . . . θα τον ‘‘ξανάβλεπε’’ στη Βαβυλώνα! Ξάπλωσε ήρεμα πάνω στη φωτιά, κι έμεινε εκεί ασάλευτος . . . όσο που τον τύλιξαν οι φλόγες και χάθηκε από τα μάτια του κόσμου!
‘‘Αυτός νίκησε αντιπάλους πιο δυνατούς κι από μένα!’’ θα πεί ο Αλέξανδρος, και θα κλείσει τα μάτια αποφεύγοντας να βλέπει τον Κάλανο που αγαπούσε και που πέθαινε!
Αλλά στα Σούσα καταφθάνουν και οι σατράπες των κατακτημένων χωρών και πόλεων, με τριάντα χιλιάδες άνδρες, οπλισμένους, ντυμένους και εκπαιδευμένους μακεδονικά. Και η στρατιά παίρνει άλλη μορφή. Και οι αιτιάσεις πληθαίνουν. ‘‘Οι βάρβαροι να είναι ισότιμοι με τους παλιούς πολεμιστές του Φιλίππου’’! ‘‘Περιφρονεί τη Μακεδονία για χάρη της Ασίας’’! Και άλλα πολλά. Ένα σκούντημα έλειπε μόνον, για να ξεσπάσει η κακή αυτή διάθεση, που δεν θα αργούσε . . .
'Ομως, ο Αλέξανδρος δεν έβλεπε και τη νέα πραγματικότητα. Ίσως ‘‘ταξείδευε’’ ήδη προς τη Βαβυλώνα για να ‘‘συναντήσει’’ εκεί τον Κάλανο και το Πεπρωμένο! Τα Σούσα από τη Βαβυλώνα απέχουν πολύ λίγο. Και ο Μάιος του 323 π.χ. πλησιάζει.
Σ’ αυτή την τελευταία μακαρία διαδρομή δεν θα τον ακολουθήσομε. Κλείνουμε τις δέλτους, τα μάτια της Ιστορίας και μένουμε με την επιθυμία της καρδιάς μας,
‘‘Ο Μεγαλέξανδρος ζεί και βασιλεύει’’!
Φεβρουάριος 2018.
Γρηγόριος Δημ. Νούσιας - Αεροπόρος