Αρθρο του στρατηγού ε.α. Δημήτρη Σκαρβέλη στην Καθημερινή της 19/12/2020

Είναι γεγονός ότι, έστω και με κάποια καθυστέρηση, η σημερινή κυβέρνηση έχει πεισθεί τελικά για τη σημασία της στρατιωτικής ισχύος, ως πρωτεύοντος παράγοντα για την άμυνα και ασφάλεια του τόπου μας. Ανέπτυξε έντονη διπλωματική δραστηριότητα, πρωτοφανή για τις τελευταίες δεκαετίες και νομίζουμε αρκετά επιτυχημένη, αλλά αυτή από μόνη της δεν αρκεί, πέραν του γεγονότος ότι και αυτή χρειάζεται τη στρατιωτική ισχύ για να έχει επιτυχίες. Διότι στο συγκεκριμένο στρατηγικό περιβάλλον μας, ιδιαίτερα με την Τουρκία απέναντί μας, η ισχύς προέχει.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίες και πλέον, καμία κυβέρνηση δεν ασχολήθηκε με εξοπλισμούς και ιδίως την τελευταία δεκαετία (2010-20), με την οικονομική κρίση, η μείωση του προϋπολογισμού του υπουργείου Εθνικής Αμύνης έφθασε σε πρωτοφανή χαμηλά επίπεδα και είναι άξιο θαυμασμού το πώς κατάφεραν οι Ε.Δ. να ανταποκριθούν τόσο ικανοποιητικά στις τελευταίες σοβαρές προκλήσεις της Τουρκίας, τόσο στην ξηρά (κυρίως στον Εβρο) όσο και στον αέρα και στη θάλασσα, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Ο υψηλός επαγγελματισμός του προσωπικού, μαζί με το επίσης υψηλό αίσθημα ευθύνης και το ηθικό, απέδωσαν επί του πεδίου και δικαίως απέσπασαν τα εύσημα της πολιτείας και του λαού. Ομως, η κυβέρνηση ας προσέξει και το οικονομικό θέμα αυτού του προσωπικού, ιδίως για τις ημέρες των επερχόμενων εορτών, ώστε να ανακουφισθεί ο κυβερνήτης της φρεγάτας που περιπολεί συνεχώς, από την έγνοια των δικών του.

Ο νεοθωμανισμός της Τουρκίας, συνεπικουρούμενος από τον ισλαμικό παράγοντα, θα έχει μέλλον, κάτι σαν τη Μεγάλη Ιδέα τη δική μας. Η Ιστορία διδάσκει, αρκεί να ξέρουμε να τη διαβάζουμε. Το 1941, μεσούντος του Β΄ Π.Π., ο Χίτλερ ζήτησε να αποστείλει στρατιωτικό υλικό στο Ιράν μέσω της ουδέτερης Τουρκίας και η τουρκική ηγεσία ζήτησε ως αντάλλαγμα την τροποποίηση της Συνθήκης της Λωζάννης, κάτι εύκολο για τον Χίτλερ που κατείχε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη που την έχουν υπογράψει, και είχε συμμάχους την Ιαπωνία και την Ιταλία, υπογράφοντα κράτη και αυτά. Η επέμβαση των Αγγλων στο Ιράν σταμάτησε το θέμα. Επίσης, μεσούντος του πολέμου, ο Τσώρτσιλ μετέβη στην Αγκυρα και ζήτησε την έξοδο της Τουρκίας στον πόλεμο με την πλευρά των Συμμάχων, υποσχεθείς τα Δωδεκάνησα. Ευτυχώς για εμάς, η κατάσταση του τουρκικού στρατού ήταν τέτοια, που μόνο για πόλεμο δεν έκανε.

Περί το 1950, αν ενθυμούμαι καλώς, τουρκικό αντιτορπιλικό εμβόλισε σκόπιμα το επιβατηγό «Αδρίας» που μόλις είχε αποπλεύσει από το λιμάνι της Χίου με κατεύθυνση τον Πειραιά. Το 1955 είχαμε τους διωγμούς των Κωνσταντινουπολιτών αδελφών μας. Τη δεκαετία του 1970 είχαμε την κατάληψη του βόρειου τμήματος της Κύπρου. Επίσης είχαμε την απενεργοποίηση του νατοϊκού αεροδρομίου της Λήμνου και την εξαίρεση της νήσου από τις νατοϊκές ασκήσεις, ως αποστρατιωτικοποιημένης κατά την τουρκική άποψη, την προβολή του 25ου μεσημβρινού, που χωρίζει το Αιγαίο στη μέση, ως όριο των τουρκικών διεκδικήσεων, καθώς και την έναρξη των τουρκικών παραβάσεων στον εναέριο χώρο.

Ενδεικτικά αναφέρονται τα ανωτέρω, για να δείξουν ότι υπάρχει παλαιό ιστορικό και σε αυτό έχει προστεθεί και το νεότερο, με τις γνωστές προκλήσεις και απειλές (casus belli, έρευνες σε θαλάσσιες περιοχές ελληνικών και κυπριακών δικαιωμάτων, πολεμική ρητορική, εργαλειοποίηση μεταναστών για πολιτικές επιδιώξεις) με τόνο και ένταση που αυξάνονται συνεχώς. Ενας ακράτητος εθνικισμός, τον οποίο ασπάζεται και σύμπασα η τουρκική αντιπολίτευση. «Εγώ θα καταλάβω τη Χίο» εθεάθη στην τηλεόραση να αναφωνεί ο συγκυβερνών Μπαχτσελί στη Βουλή, και ο φερόμενος ως πλέον μοντέρνος στα πολιτικά πράγματα Ιμάμογλου, μετά τη μετατροπή σε τζαμί της Αγίας Σοφίας, ηκούσθη να ομολογεί ότι αυτό ήταν το παιδικό όνειρό του. Δεν θα οδηγηθούν στο καλύτερο οι μελλοντικές διαθέσεις της Τουρκίας έναντι της χώρας μας αν αλλάξει η κυβέρνηση και ο όποιος εφησυχασμός μας είναι εγκληματικός.

Η Τουρκία δεν θα σταματήσει να μας προκαλεί και να επιδιώκει επέκταση χώρου και κυριαρχικών δικαιωμάτων της εις βάρος μας. Τα σύνορα της καρδιάς του Ερντογάν δεν έχουν όρια. Ο σπόρος της «Γαλάζιας Πατρίδας» δεν θα εξαφανισθεί, έστω και αν φύγει από το προσκήνιο της πολιτικής ο συγκεκριμένος πολιτικός.

Γράφονται όλα αυτά για να τονισθεί ότι ευρισκόμεθα σε μία κρίσιμη φάση των σχέσεών μας με την Τουρκία. Μια φάση που απαιτεί ιστορικές αποφάσεις, ώστε να εξασφαλίσουμε στο μέλλον την ακεραιότητα του εθνικού χώρου μας, το απαραβίαστο των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, την ανεξαρτησία μας και όχι τη φινλανδοποίησή μας, που άρχισε να εμφανίζεται τελευταίως ως μία λύση.

Επαναλαμβάνω αυτό που αρχικά τόνισα, ότι καλή η διπλωματία και αναγκαία, αλλά η ισχύς των Ε.Δ. μας είναι εκ των ων ουκ άνευ. Κύριε πρωθυπουργέ της χώρας, ο πολύ διορατικός Ελ. Βενιζέλος, μελετώντας την κατάσταση στα Βαλκάνια, όταν για πρώτη φορά ανέλαβε πρωθυπουργός της χώρας, μέσα σε δύο έτη ετοίμασε ένοπλες δυνάμεις, οι οποίες με τις εκστρατείες των ετών 1912-13 διπλασίασαν τη χώρα. Σε σας έλαχε ο κλήρος να οικοδομήσετε Ε.Δ., όχι για να διπλασιάσουν τη χώρα, αλλά να της εξασφαλίσουν το απειλούμενο με ομηρίες ή ακρωτηριασμούς μέλλον της. Αυτή η οικοδόμηση έχει δύο στόχους. Ο πρώτος είναι η εσπευσμένη ενίσχυση των Ε.Δ. σε πολεμικό υλικό, ώστε να καλυφθούν κενά και ελλείψεις και να αποκτήσουν σταθερή ικανότητα ανταπόκρισης στις τωρινές και αυριανές προκλήσεις της γείτονος.

Ο δεύτερος στόχος είναι μία σοβαρή και πολύ μελετημένη δόμηση στρατιωτικής ισχύος, η οποία να μας καλύψει για δύο και τρεις δεκαετίες, ώστε να αρκέσει και στη δεκαετία του 2050. Ας παραδειγματισθούμε από το Ισραήλ, το οποίο αντιστάθηκε στις επιθέσεις των αραβικών κρατών χάρις στη στρατιωτική ισχύ του και σήμερα αραβικά κράτη προσέρχονται σε συμφωνίες μαζί του.

Ο Ελ. Βενιζέλος είχε μετακαλέσει ξένες στρατιωτικές αποστολές για την οργάνωση των Ε.Δ. (Γαλλική και Αγγλική, για τον Στρατό και το Ναυτικό, η Αεροπορία μόλις είχε εμφανισθεί). Σήμερα δεν χρειαζόμεθα ξένους για υποδείξεις. Το ΓΕΕΘΑ και οι τρεις κλάδοι (ΓΕΣ, ΓΕΝ και ΓΕΑ) διαθέτουν άριστα καταρτισμένα στελέχη, με μετεκπαιδεύσεις στο εξωτερικό, γνωρίζοντα καλύτερα παντός άλλου τις επιχειρησιακές μας ανάγκες και τα απαιτούμενα πολεμικά μέσα και συστήματα για την κάλυψή τους. Οι Ε.Δ. και μόνο αυτές είναι σε θέση να αξιολογήσουν πολεμικά μέσα προς αγορά ή και να διαμορφώσουν πολεμικά συστήματα προσαρμοσμένα στις δικές μας ανάγκες. Επισημαίνεται αυτό, διότι στον Τύπο και σε συζητήσεις γίνονται σχόλια για τα υπέρ και τα κατά διαφόρων μέσων, αεροσκαφών, πολεμικών πλοίων και άλλων συστημάτων. Πολλοί κάνουν τους ειδικούς, αλλά δεν γνωρίζουμε τα κίνητρά τους. Το θέμα της αγοράς πολεμικών μέσων έχει και την εμπορική του πλευρά και αυτή έχει τους δικούς της στόχους. Οποιοι κάθονται σε ηγετικές καρέκλες ευθύνης, αυτοί πρέπει να έχουν τον κύριο λόγο.

Βέβαια, το ζητούμενο έχει τεράστιο κόστος, μέσα σε αντίξοες οικονομικές συνθήκες για τη χώρα και υπό τις συνθήκες της πανδημίας. Μακροπρόθεσμες αποπληρωμές, συνεργασίες στην κατασκευή με συμμετοχή των ναυπηγείων μας και άλλων αμυντικών βιομηχανικών εγκαταστάσεων του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, χορηγίες μέσω ιδιωτικών πρωτοβουλιών (π.χ. περίπτωση κ. Εμφιετζόγλου) και άλλες μορφές εξασφάλισης πόρων, θα μπορούσαν να συμβάλουν στην υλοποίηση των προτεινομένων.

Οι καιροί ου μενετοί. Το «αν δεν έχεις δικά σου νύχια, μην περιμένεις να σε ξύσει άλλος», το έχουν πει οι αρχαίοι πρόγονοί μας.

* Ο στρατηγός ε.α. Δημήτριος Σκαρβέλης είναι επίτιμος αρχηγός ΓΕΕΘΑ, ακαδημαϊκός.