Γρηγόρης Νούσιας*: Πανελλήνιες εξετάσεις . . . σαν αφορμή! “Στην κορυφή του βουνού με την ανατολή του ηλίου”.

Ναι, αυτό ήταν το θέμα της εκθέσεως σε κάποια από τις τελευταίες γυμνασιακές τάξεις. Είχε ανατείλει η δεκαετία του .60. Με βρήκε με κεκτημένη ταχύτητα, με βρήκε με βουκολικές εμπειρίες. Πολλές φορές πριν είχα βρεθεί κάπου εκεί ψηλά με το ξημέρωμα, συντροφιά με το κοπάδι.

Εκεί, κάτω από ένα διαφορετικό στερέωμα, με μια αλλιώτικη διάταξη αστέρων και αστερισμών, με διαφορετική μορφή και σχήμα, και η σκέψη άλλοτε να βυθίζεται στην πρωινή γήινη αχλύ και άλλοτε να ταξιδεύει πέρα από τον Σείριο. Ερωτηματικά, και απορίες, πεποιθήσεις και βεβαιότητες, υποθέσεις και παραδοχές, όλα τα συναισθήματα, οι ψευδαισθήσεις και οι αυταπάτες, σε λανθάνουσα αναστάτωση . . . και η πίστη να μοιάζει εδραιωμένη. Να τα συνοδεύει, άραγε, όλα αυτά μια κάποια αδυσώπητη ανάγκη; Πάντως, από εκεί ψηλά, ο μόχθος, ο πόνος και η κατ’ επίφαση ευδαιμονία, σαν αδιάκοπος γήινος ανθρώπινος προορισμός, μοιάζουν να ενώνονται σε ατέρμονα νοητή γραμμή με το “επέκεινα”, εκείνο που η εμπειρία δεν μας αποκαλύπτει, αλλά που πιστεύεται ότι είναι η κατάληξή τού “κατ’ εικόνα και ομοίωση δημιουργήματός Του”.

Αναμφίβολα, αυτή η απροσδόκητη τότε βαθμολογική πρωτιά λειτούργησε σαν μια διαχωριστική γραμμή. Με “απογείωσε”. Κάτι είπε μέσα μου, “μπορείς καλλίτερα”. Τα έντονα τραυματικά παιδικά βιώματα αμβλύνθηκαν, γίνανε απλή ανάμνηση, άφηνα πίσω ορφάνια και χαρτιά απορίας, και πήδηξα στο λεωφορείο που, ακολουθώντας μια διαδρομή γεμάτη λακκούβες και ατέλειωτες στροφές, με το στομάχι σε τρικυμία, θα με φέρει, μετά από εννέα ώρες, στην αφετηρία μιας νέας διαδρομής, καριέρα θα γίνει αργότερα, και κάπου στο τέλος της, μετά από τριάντα χρόνια θα ψελλίσω, ευχαριστώ τη μοίρα και τη Μοίρα που μου επέτρεψαν να βλέπω το στερέωμα και μέσα από το cockpit ενός Αστρομαχητή σε πτήσεις λυκαυγούς, που έμοιαζαν με πλοηγήσεις απίστευτου ρομαντισμού. Ω! Πόσες φορές, με πορεία προς ανατολάς, είδαμε τις πρώτες ηλιαχτίδες πίσω τα βουνά της Ιωνίας, σαν να βγαίνουν από τα χαλάσματα των χαμένων πατρίδων, και να κεντρίζουν τη μαχητικότητά μας για το πάλεμα με τον προαιώνιο εχθρό του γένους. Υπέφερε ο Ελληνισμός από την απληστία τους και τις θηριωδίες τους. “Είμαι υπόλογος για το μίσος που χωρίζει τους ανθρώπους”, θα γράψει ο Ρίτσος.

Αλλά μην απελπίζεσαι όσο τη νύχτα θα την ακολουθάει η αυγή . . .

Η Ήρα θηλάζοντας τον Ηρακλή, περίσσευμα από το γάλα των μαστών της χύθηκε και σχημάτισε τον Γαλαξία, τα δισεκατομμύρια άστρα, ανάμεσα στα οποία και ο δικός μας Ήλιος. Πόσοι άλλοι Γαλαξίες υπάρχουν; Υπάρχουν άλλοι πλανήτες με ζωή παρόμοια με αυτή στη Γή μας; Με ποιές προϋποθέσεις θα μπορούσες να φθάσεις στο απώτατο άκρο του Γαλαξία μας; Άντε να συλλάβεις τις ανυσματικές διαστάσεις του Άλφα του Αρίωνα που απέχει εννιακόσια έτη φωτός από εμάς και είναι πενήντα χιλιάδες φορές μεγαλύτερος από τον δικό μας Ήλιο. Και κάποιος άλλος να απέχει από μας δέκα δισεκατομμύρια έτη φωτός. Η περαιτέρω γνώση (γνωρίζουμε άραγε πόσο λίγη είναι;) πόσο θα επηρέαζε την πίστη μας; Πάντως, από εκεί ψηλά, από κάποια κορυφή, ή από το cockpit του Starfighter, με κλεφτές ματιές προς τον Σταυρό του Νότου ή τον αστερισμό της Παρθένου, νοιώθεις να σε κατακλύζει απέραντο μεγαλείο και μια αγαλλίαση που σου δίνει η ψευδαίσθηση πως έχεις τη δυνατότητα να κατανοείς το μοναδικό αυτό θαύμα. Βέβαια, την απόλυτη αλήθεια την κατέχουν μονάχα οι προφήτες και οι τσαρλατάνοι. Το δυστύχημα είναι, πόσο μεγάλο είναι το πλήθος που πιστεύει σ’ αυτούς. Πιο απλά, τάφος της όποιας αλήθειας είναι ο δογματισμός. Αλήθεια, πόση δύναμη χρειάζεσαι να αναχαιτίσεις τη δεισιδαιμονία και να προσπεράσεις τα ταμπού, μαζί και τις ιδεοληψίες;

«Απέραντη της νύχτας η γαλήνη, πάνω μου ο έναστρος ουρανός, και δίπλα μου ο άνεμος που σιγοτραγουδάει, ανέτειλε η σελήνη . . . και κάτω η Ελλάδα να προσμένει». Πόσο άραγε αγαπάμε τον τόπο μας; “Αυτός ο τόπος, κι αν ακόμα βρισκόταν στη Σκυθία, όπου σπάνια ξεμυτίζει ο ήλιος, ανάμεσα από μαύρα σύννεφα και άλιωτα χιόνια, πάλι θα ήτανε ο καλύτερος απ’ όλους, γιατί έτσι το θέλει η καρδιά μας. Γιατί αυτή είναι η δική μας πατρίδα. Να σ’ αγναντεύω και να μη σε χορταίνω απ’ το βουνό ψηλά . . . Σμίλη, ποίηση και λόγος, εδώ το λίκνο τους”, γράφει ο Βάρναλης. Ναι, καθολική η αναγνώριση. Πώς να μην τον αγαπάς τούτον εδώ τον τόπο όπου ως υπέρτατη αρετή εθεωρείτο το “«ως χαρίεν έστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος η», αυτό το άριστο δίδαγμα της προγονικής σοφίας; Και να διερωτάσαι, πόσο πολύ την έχομε πληγώσει, και πόσο πολύ την έχομε προδώσει, αλλά και πόσους πολλούς επίβουλους να διώξεις;

Η Άλωση της Πόλης σήμανε την πτώση μιας Αυτοκρατορίας. Αλλά η Μικρασιατική Καταστροφή σήμανε την κατακρεούργηση του Ελληνισμού. Σήμανε τον ξεριζωμό απ’ τον τόπο σου. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, πέντε χρόνια μετά την είσοδο στην Αγιά Σοφιά, ξεκίνησε να γνωρίσει την απέραντη αυτοκρατορία του. Ανέβηκε πρώτα στην Ακρόπολη. Την βρήκε λεηλατημένη. “Ατάραχος ο επισκέπτης ατενίζει, με βουβή αγανάκτηση κι οδύνη, τα μάρμαρα, θαυμάζει τη λεία περιφρονώντας τον κλέπτη”, θα μας πει αργότερα ο Λόρδος Βύρων. Ναι, και οι ξεριζωμένοι της Ιωνίας, όσοι ζωντανοί, επέστρεψαν να ξαναδούν το βιός τους. Το βρήκαν λεηλατημένο. Δεν χρειάζονται ποιητές να περιγράψουν την αγανάκτηση και την οδύνη. Δεν υπάρχαν άλλα δάκρυα.

Ελλάδα! Εδώ και το λίκνο της Ιστορίας, με τους δημιουργούς της αφ’ ενός και αφ’ ετέρου εκείνους που την γράφουν. Κατά τεκμήριο, ο ιστορικός γνωρίζει για ένα γεγονός πολύ περισσότερα από όσα γνώριζε εκείνος που έδρασε, όπως έδρασε. Και πρέπει να παραδεχτούμε ότι, όταν ο ιστορικός διαπιστώνει ένα λάθος κάποιου από εκείνους που δημιουργούν την ιστορία, το κάνει γιατί η αποστολή του δεν θα είχε άλλο νόημα. Θα μου πείτε, υπάρχουν και τα “ολισθήματα”, ναι, και τα “άλματα λογικής”. Όμως, το βέβαιο είναι πως η διαπίστωση τού λάθους δεν σημαίνει πως ήταν πάντοτε δυνατόν, σ’ εκείνον που δημιουργούσε την ιστορία, να το αποφύγει. Ισχύει και για τους αεροπόρους. Η δράση, σε εθνικά θέματα, γίνεται πάντοτε κάτω από τις έντονες παρορμήσεις της πολιτικό-στρατιωτικής και κοινωνικής ατμόσφαιρας της στιγμής, των οποίων οι επιρροές τους είναι αναπόφευκτες.

Είναι, λοιπόν, ναι ή όχι, λάθος που ο Βενιζέλος υποκίνησε και πέτυχε την υπερπόντια εκστρατεία στη Μικρά Ασία; Η απάντηση για κάθε ιστορικό δεν μπορεί να είναι άλλη. Ναι, ήταν λάθος. Ήταν, όμως λάθος και για τον Βενιζέλο; Όχι, δεν ήταν. Πώς, πραγματικά, θα μπορούσε ο Βενιζέλος να αρνηθεί να ελευθερώσει τον υπόδουλο ελληνισμό της Ιωνίας; “Εκείνη τη στιγμή, κανείς κυβερνήτης της Ελλάδος δεν θα ενεργούσε διαφορετικά απ’ ότι ο Βενιζέλος”, συμπεραίνει ο Δημ. Φωτιάδης. Έπεσε, βεβαίως, ο τότε Εθνάρχης στα δόκανα της αυταπάτης, ότι τα συμφέροντα της Ελλάδος βρίσκονταν σε ταύτιση με αυτά των Μεγάλων Δυνάμεων. Οι οποίες όμως Μ.Δ. η μία μετά την άλλη, εμμέσως πλην σαφώς, πολύ γρήγορα θα “δηλώσουν” με τις πράξεις τους πως, “Δεν υπάρχει πια ανάγκη να ακολουθούμε αντί-Τουρκική πολιτική”.

Βέβαια, ο διορισμός από τον Βενιζέλο, το 1919, του Αριστείδη Στεργιάδη, Ηρακλειώτη την καταγωγή, ως Ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη, ήταν ένα ασύγγνωστο ιστορικό λάθος. Ο εν λόγω είχε αφήσει τσαλακωμένη τη σφραγίδα του και ως Αρμοστής στην Ήπειρο, το 1917. Αυταρχικός, σατράπης, τύραννος. Έβλαψε σοβαρά την εθνική υπόθεση τότε, κατά την εκστρατεία της Μικράς Ασίας.

Αλλά εμείς, εστιάζουμε πάντα στον ξένο παράγοντα. Και όχι πάντα αδικαιολόγητα. Ούτε μια οβίδα, μια οβίδα στο βρόντο, που λέμε, από τα συμμαχικά πλοία στον τούρκικο μαχαλά της Σμύρνης για να συγκρατήσει τη θηριωδία των Τούρκων. Και οι βόγγοι των μελλοθάνατων να είναι βόγγοι ενός ολόκληρου έθνους. Και οι ξεριζωμένοι, όσοι ζωντανοί, ακόμη και σήμερα, προσπερνώντας θάλασσες και στεριές, πέρα από τις ψευδαισθήσεις που δημιουργεί το λυκαυγές ή το απομεσήμερο, να ψελλίζουν, “Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από το να θυμάσαι καιρούς ευτυχισμένους σε ώρες δυστυχίας”.

Μία τέτοια ομοβροντία στο βρόντο, θα ρίξει το πολεμικό πλοίο Αυρόρα (αυγή στα ρωσικά) το λυκαυγές της 25ης Οκτωβρίου 1917, και θα δώσει το σήμα για την επιδρομή στα χειμερινά ανάκτορα της Αγίας Πετρούπολης. Άρχιζε η Οκτωβριανή επανάσταση, οι δολοφονικές βολίδες της οποίας θα χτύπαγαν κατάστηθα, τρείς περίπου δεκαετίες αργότερα, και την πατρίδα μας. Η καθημαγμένη, από έναν πενταετή πόλεμο και Κατοχή, Ελλάδα, ερημώνεται ερειπώνεται και ορφανεύει και από μια πολύχρονη κομμουνιστική ανταρσία. Από κάθε “κορυφή με την ανατολή του ηλίου” εικόνες συμφοράς προβάλλονται μπροστά σου και οιμωγές έρχονται στ’ αυτιά σου, από εκείνη την εποχή που ζητούσε τάχα κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά διά των όπλων. Πού κατέληξε; Χμ! Έξι χρόνια μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης, οι κομματικοί συγκεντρώνονται σε ένα παλαιό κτίριο με ένα κόκκινο πεντάκτινο αστέρι πάνω από την είσοδο και μια επιγραφή με χρυσά γράμματα, “Περιφερειακή Λέσχη Κομμουνιστικού Κόμματος”, στην πρωτεύουσα του Μεγάλου Πέτρου, για τον ετήσιο απολογισμό των πεπραγμένων. Ο σύντροφος παίρνει το λόγο και με το ροζιασμένο χέρι γνέφει σιωπή, “Ακούστε εδώ, κουτάβια μου. Πέρασα τέσσερα χρόνια στη Σιβηρία. Τα πέρασα επειδή έβλεπα τους ανθρώπους πεινασμένους, κουρελήδες και τσακισμένους κάτω από μια μπότα. Ακόμα, όμως, βλέπω ανθρώπους πεινασμένους, κουρελήδες και τσακισμένους κάτω από μια μπότα. Μόνο που η μπότα είναι κόκκινη. Δεν πήγα, σύντροφοι, στη Σιβηρία για ν’ αγωνιστώ για μια παρανοϊκή, αρχομανή, αιμοδιψή συμμορία, που στραγγαλίζει τους ανθρώπους όπως ποτέ άλλοτε, που ξέρει λιγότερο από ελευθερία από όσο ήξερε ποτέ ο τσάρος”. Και τους “δύο” θα τους φάει (θα τους τρώει στη συνέχεια) το μαύρο σκοτάδι. Τους “μεν” γιατί μίλησαν, τους “δε” γιατί άκουσαν! Αυτός ήταν ο υπαρκτός σοσιαλισμός τους. Και μετά, αυτοί οι πολίτες χρειάστηκαν εβδομήντα περίπου χρόνια για να αρχίσουν να ξαναβρίσκουν την εθνική τους ταυτότητα και το ελεύθερο σύστημα διακυβέρνησης που τους ταιριάζει.

Ναι, ήσαν πολίτες που είχαν γαλουχηθεί με αφορισμούς, όπως: Η επιστήμη είναι όπλο του ταξικού αγώνα. Η λεγόμενη αμερόληπτη δικαιοσύνη είναι αστική προκατάληψη. Η ατομική αγάπη είναι, και αυτή, αστική προκατάληψη. Ο υπερβολικός ιδεαλισμός είναι σαν το παλιό κρασί, εύκολα μπορεί να σου πάρει τα μυαλά (μεγάλη αλήθεια, πράγματι, έχουμε και σήμερα πολλά παραδείγματα). Η οικογένεια είναι θεσμός του παρελθόντος που δεν πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Ακόμη και η γοητεία δεν ταιριάζει στον μαρξισμό, διότι οι εκθαμβωτικές γυναίκες, λέει, γεννούν πάντα ψιθύρους θαυμασμού. Αρνήσου στον άριστο να βρίσκεται στην κορυφή και δεν θα έχεις πια αρίστους. Τι μας είπε ο Καρανίκας; “η αριστεία είναι χολέρα”; κλεμμένο είναι. Σκεφθείτε, τα σημερινά ντόπια κατάλοιπα αυτών των αντιλήψεων να είχαν “πάρει και την εξουσία”, όχι μονάχα την προσωρινή διακυβέρνηση της Χώρας μας.

Μην απελπίζεσαι όσο θα υπάρχουν βιβλία . . .

Σκέψεις, συνειρμοί και απορίες, εκεί ψηλά λίγο πριν να ξημερώσει. Ναι, εκεί στο ξημέρωμα της πραγματικής ιστορίας, δυόμισυ χιλιάδες χρόνια από σήμερα, μας επισκέφθηκε ο πιο ανιδιοτελής ξένος, χωρίς κατακτητικές βλέψεις, ο Ανάχαρσις. Σκύθης ηγεμόνας ήταν, λάτρης του ελληνικού πολιτισμού. Κάποια φορά, ένας Αθηναίος, ο Άττικος, τόλμησε να χλευάσει τον υψηλό επισκέπτη για την Σκυθική καταγωγή του, για να πάρει την απάντηση από τον Ανάχαρσι, “Εμοί μεν όνειδος η πατρίς, συ δε τη πατρίδι”. Δηλαδή, "Εμένα μεν η πατρίδα μου με ντροπιάζει, ενώ εσύ ντροπιάζεις την πατρίδα σου".

Πόσες φορές ντροπιάσαμε, από αρχαιοτάτων χρόνων, αυτή την έρμη την πατρίδα. Και σε πόσους κατακτητές επιτρέψαμε την ατίμωση και την εξαθλίωση. Μια, αφ’ υψηλού, κοντινή ματιά στις ερειπωμένες αρχαιο-Ηπειρώτικες πόλεις, μάς μεταφέρει στη Ρωμαϊκή κατάκτηση. Αλλά γιατί τέτοιο μένος; Γιατί έπρεπε να αναποδογυρίσουν εβδομήντα πόλεις, κέντρα του αρχαιοελληνικού πολιτισμού; Και γιατί δεν μας πήγαν μέχρι τέλους, αλλά κάποια στιγμή μας άφησαν βορά στον Σελτζούκο και στον Οθωμανό; Όχι, ο Αλή Πασάς ήταν Αλβανός Μουσουλμάνος από Ελληνίδα μάνα. Τον θυμήθηκα και αυτόν από εκεί ψηλά, ρίχνοντας μια ματιά στο Σεράϊ του, στο χωριό μου, το οποίο έγινε, έναν και πλέον αιώνα αργότερα, το πατρικό μου σπίτι. Λοιπόν, διαβάζοντας πίσω από τις γραμμές της ιστορίας, θεωρώ τον Αλή “χορηγό” της Ελληνικής Επαναστάσεως.

Ογδόντα χιλιάδες στράτευμα χρησιμοποίησε ο Σουλτάνος, αρχικά υπό τον Πασόμπεη και στη συνέχεια υπό τον Χουρσίτ, για να εξουδετερώσει τον σατράπη των Ιωαννίνων που πήγαινε κόντρα στα μεταρρυθμιστικά του σχέδια. Το κατάφερε στις 24 Ιανουαρίου 1822. Μέχρι τότε, όμως, από το καλοκαίρι του 1820 που άρχισε το κυνηγητό του, η απασχόληση τόσων πολλών τουρκικών στρατευμάτων για την καταδίωξή του έδωσε άνεση στους επαναστατημένους Έλληνες να εδραιώσουν την Επανάσταση. Δεν ξέρω αν η Γιάννα θα επισκεφθεί τα Γιάννενα για να τιμήσει το γεγονός.

«Να σ’ αγναντεύω, θάλασσα, να μη χορταίνω, απ’ το βουνό ψηλά στρωτή και καταγάλανη και μέσα να πλουταίνω απ’ τα μαλάματά σου τα πολλά», μας λέει ο ποιητής. Ναι, ΑΟΖ τα είπανε αυτά τα μαλάματα, και στο Ιόνιο είναι πλέον ευδιάκριτες οι διαχωριστικές γραμμές, έστω και αν, από κάποια κορυφή, διακρίνουμε και κάποια Ιταλική ψαρόβαρκα εκείθεν των Στροφάδων. Δεν χάλασε ο κόσμος. Κάποια κιλά ψάρια δεν πρέπει να βαραίνουν στη ζυγαριά των κυριαρχικών μας δικαιωμάτων. Έγινε η αρχή των διευθετήσεων του θαλάσσιου πλούτου. Είναι θέμα που δημιουργεί τις σύγχρονες προστριβές. Έχει πολλές πτυχές που κάποτε κάποιες μοιάζουν να “αρνούνται” να ξεδιπλώσουν. Θα αποτελέσουν, άραγε, αφορμή για συγκρούσεις γενικευμένες με “τα προφαινόμενα νυν από της Ανατολής νέφη”; Πάντως, ελληνική κοινωνία και ηγεσία μοιάζουν να δίνουν, ίσως για πρώτη φορά, ταυτόσημα μηνύματα στους παριστάνοντας τους εκπροσώπους του νέο-Οθωμανισμού.

Και βέβαια δεν φθάνουν τα μηνύματα, όσο διαπεραστικά και αν είναι, “πρώτα θα τον κάψουμε και μετά θ’ ανέβουμε να δούμε ποιος είναι”. Και καλά κάνουμε εμείς οι απόμαχοι που επισημαίνουμε τις τυχόν ελλείψεις των ελληνικών δυνάμεων αποτροπής. Είναι η ύστερη αποστολή μας. Είναι, όμως, και ύψιστο χρέος μας, κατά λόγο ενέργεια συνεπή με τη συνείδησή μας, να μην απογοητεύουμε την κοινή γνώμη με αόριστες και γενικευμένες αιτιάσεις, και λοιδορώντας όλους τους “προηγούμενους” για ολιγωρίες και αβελτηρίες, που πράγματι είναι πολλές. Δεν χρειάζεται να καταφύγουμε στον αφορισμό, “ο αναμάρτητος υμών πρώτος τον λίθο βαλέτω”, καθ’ ότι και εμείς, όλοι μας, υπήρξαμε, κατά κάποιον τρόπο, “προηγούμενοι”. Αλήθεια, έχουμε διερωτηθεί γιατί, όταν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι έφεραν ενώπιον του Χριστού τη γυναίκα με την κατηγορία της μοιχείας, κανείς εξ αυτών δεν βρήκε ένοχο τον εαυτόν του, και ένας – ένας έφευγε από τη σκηνή, για να αναγκαστεί ο Χριστός να ρωτήσει, “Γυνή, πού εισίν εκείνοι οι κατήγοροί σου; Ουδείς σε κατέκρινε;”.

Καιρός να αφιππεύσουμε. Το εικονιζόμενο μοντέλο F-104G με S/N 695, μόλις το παρέλαβα. Ο ανεψιός γνώριζε την ιστορία. Αν και Φαντομάς, την μετέφερε στον Λαρισαίο καλλιτέχνη. Τους ευχαριστώ. Θα μου θυμίζει ότι το συγκεκριμένο Starfighter, είναι ένα από τα δέκα, παραχώρηση της Ολλανδικής Αεροπορίας, το μετέφερα στην Ελλάδα το 1981, σήμερα φιλοξενείται στον αύλιο χώρο του Πολεμικού Μουσείου.

Και σαν επιμύθιο. Εκεί, “στην κορυφή του βουνού με την ανατολή του ηλίου”, εκεί που ο χρόνος μοιάζει με ψευδαίσθηση, εκεί που συναντάς την αλήθεια πως κάθε μορφή δίχως άξιο περιεχόμενο είναι μια απλή, έστω και θεϊκή, δεξιοτεχνία, δεν είναι δυνατόν να μη στοχαστείς, ότι ο κάθε άνθρωπος ζει για τον εαυτόν του. Έτσι γεννήθηκε ο άνθρωπος, μόνος, ολοκληρωμένος, ένας αυτοσκοπός. Και κανείς δεν μπορεί να πει στους ανθρώπους για ποιόν σκοπό πρέπει να ζουν, μας λέει η Άυν Ράντ.

23 Ιουνίου 2020. Γρηγόριος Δημ. Νούσιας – Αεροπόρος. Ακολουθεί μακρά στοχευμένη εποχική “αγρανάπαυση”. Υ.Γ. Αύριο, θα ακούσομε το σήμαντρο τ’ Αϊ Γιαννιού, στο όριο της αυλής μας. Χρόνια πολλά και σας περιμένομε.