Δημήτρης Νατσιός* (Για την αντιγραφή: Γρηγόρης Νούσιας): Να τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης…

Posted in ΕλεύθερηΓνώμη

Έψαχνε, λέει, γιά τις έννοιες (Anastasios Basaras) . . .

Να τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης…

Παρακολουθήσαμε, όσοι ακόμη αντέχομε, το λεγόμενο «υπουργικό συμβούλιο», ακούσαμε την αγραβάτωτη ανικανότητα να ψελλίζει και να σιαλίζει, με κατεβασμένα τα μούτρα, κάτι αερόφουσκες, περί πολιτικής ευθύνης. Τα γνωστά κούφια καρύδια, δηλαδή…

Τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης; Απαντώ:

18 Απριλίου 1941. Μεγάλη Παρασκευή. Οι Γερμανοί, οι κτηνάνθρωποι του Χίτλερ, δηώνουν, λεηλατούν και δολοφονούν την Πατρίδα μας. Ο διαπρεπής, εντιμότατος και εύθικτος πρωθυπουργός Αλέξανδρος Κοριζής, μετά τη συνεδρίαση του υπουργικού συμβουλίου, πήγε στο σπίτι του και αυτοκτόνησε. Δεν άντεξε το στίγμα, επί πρωθυπουργίας του, μετά από 120 έτη, η Πατρίδα να σκλαβωθεί. Δεν παραιτήθηκε, αυτοκτόνησε. Θα αντιτείνει κάποιος: Έπρεπε να αυτοκτονήσει ο αγραβάτωτος πρώην καταληψίας; Όχι. Αλλά να παραιτηθεί!

Τι σημαίνει ανάληψη πολιτικής ευθύνης από πρωθυπουργό; Έτερο παράδειγμα:

8 Νοεμβρίου 1901. Μπροστά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, γίνονται συγκρούσεις ανάμεσα σε διαδηλωτές και την αστυνομία.Τα γεγονότα εκείνα πέρασαν στην ιστορία ως «Ευαγγελιακά», γιατί αφορμή τους υπήρξε η μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική γλώσσα. Η αφορμή, γιατί οι αιτίες ήταν βαθύτερες και κυρίως η σύγκρουση Γερμανίας και Ρωσίας για την επιρροή στα Βαλκάνια. Τέλος πάντων, κατά τη διάρκεια των ταραχών, τρεις φοιτητές και επτά πολίτες πέφτουν νεκροί από σφαίρες αστυνομικών και τραυματίζονται ογδόντα περίπου άνθρωποι. Στις 10 Νοεμβρίου του 1901, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης, σε θυελλώδη συνεδρίαση της Βουλής, κερδίζει ψήφο εμπιστοσύνης. Όμως την επομένη ημέρα, για λόγους ευθιξίας, υπέβαλε την παραίτησή του. Δεν παραιτήθηκε ο υπουργός, αλλά ο πρωθυπουργός, ο οποίος ποτέ δεν έδωσε διαταγή να πυροβοληθούν οι διαδηλωτές. Ανάληψη πολιτικής ευθύνης για τον Θεοτόκη σήμαινε παραίτηση. Δεν μπορούσε να αντέξει το βάρος των δέκα αδικοχαμένων πολιτών. Εδώ ξεπερνούν τους εκατό…

Πριν προχωρήσω σε άλλες αναλήψεις γενναίας και πραγματικής πολιτικής ευθύνης, να σημειώσω κάτι για την λέξη «ευθύνη» και την ιστορία της. Ετυμολογικώς η λέξη παράγεται από το ρήμα είμι (με ψιλή και περισπωμένη), που σημαίνει πορεύομαι, θα έλθω. Από το θέμα αυτού του ρήματος, παράγεται και το επίθετο ιθύς, ευθύς, που είναι ο ίσιος, ο ευθύς χαρακτήρας, σε αντίθεση με τον στρεψόδικο. Ευθύνη σημαίνει ιθύνω, δηλαδή, ισιάζω, διευθύνω εις λογοδοσίαν, φέρω, διοικώ. (ο ιθύνων νους). Αναλαμβάνω την ευθύνει σημαίνει ότι κυβερνώ, είμαι υπεύθυνος (υπό+ευθύνη), έχω την δυνατότητα επιλογών, αλλιώς είμαι ανεύθυνος.

Στην αρχαία αθηναϊκή δημοκρατία όλοι οι αξιωματούχοι υποβάλλονταν σε «δοκιμασία» στη βουλή, πριν ανακηρυχθούν ελέγχονταν η ικανότητα και το ήθος τους. Αλλά και όταν τελείωνε η θητεία τους έπρεπε να λογοδοτήσουν για τα πεπραγμένα τους και κυρίως εκείνοι, που διαχειρίζονταν δημόσιο χρήμα. Ήταν η περίφημη «εύθυνα» (και όλοι διακατέχονταν από τον τρόμο της ευθύνης - «τρέμων της ευθύνης, απολύσαι», γράφει ο Αριστοφάνης στις «Σφήκες». Ο αξιωματούχος έπρεπε, τελειώνοντας την θητεία του, να είναι «μη πλουσιώτερος, αλλά ενδοξότερος» κατά τον Ισοκράτη. Μάλιστα κατά τον Αριστοτέλη στο έργο του «Αθηναίων Πολιτεία» υπήρχαν και δέκα άνδρες, οι εύθυνοι - «κληρούσι και ευθύνους ένα της φυλής εκάστης», που επιτηρούσαν και δίκαζαν τα λαμόγια και τις κοπριές της εποχής. Όσοι καταδικάζονταν για ατασθαλίες και εγκληματικές πράξεις, χαρακτηρίζονταν «άτιμοι». Και η «ατιμία» ισοδυναμούσε με ηθική εκμηδένιση, παρεμφερή με τον θάνατο. Με διασυρμό μάλιστα απειλούνταν όχι μόνον οι ίδιοι αλλά και τα παιδιά τους. Η απειλή της «ατιμίας» για ολόκληρη την οικογένεια χαλιναγωγούσε τους φαύλους γεννήτορες.

Με βάση τα αρχαία δεδομένα, είναι ή δεν είναι «άτιμοι» οι σημερινοί αξιωματούχοι; Ανύπαρκτοι, ανίκανες μετριότητες, που στήνουν φθηνές παραστάσεις, βάζοντας και βγάζοντας γραβάτες, ενώ ο λαός «τηγανίζεται» από την φρίκη!

Ας επανέλθουμε, όμως, σε παραιτήσεις πρωθυπουργών για λόγους ευθιξίας και πολιτικής τιμιότητας.

18 Αυγούστου 1950. Κυβέρνηση συνεργασίας με πρωθυπουργό τον σπουδαίο Νικόλαο Πλαστήρα. Πράος άνθρωπος και ευθύς χαρακτήρας ο Πλαστήρας, προωθεί «μέτρα ειρηνεύσεως» του τόπου και προτείνει την κατάργηση της θανατικής ποινής. Δεν πέρασε και παραιτήθηκε, διότι, όπως δήλωσε στη Βουλή, «εδημιουργήθη κυβερνητική κρίσις διότι εις μίαν θρησκευτικήν εορτήν επανέλαβα το ειρήνη υμίν του Ιησού, διά το οποίο Εκείνος καταδικάσθηκε από τους τότε Γραμματείς και Φαρισαίους». Θα το γράψω κι ας φανεί απλοϊκό: Ο Πλαστήρας ήταν πιστός άνθρωπος, με ήθος ορδόδοξο. Αυτό και τίποτε άλλο. Βαρεθήκαμε, σιχαθήκαμε τους άθεους, τους αλιβάνιστους, τους μασόνους, τους νεοεποχίτες με γκουρού και αστρολόγους και λοιπούς κακόσχολους τζιτζιφιόγκους, που βλέπουν την Εκκλησία ως εκλογική κάλπη.

Θρηνούμε όλοι μας για το μεγάλο κακό στην Αττική. Θρηνούμε και θλιβόμαστε για την δύσμοιρη Πατρίδα μας. Διαλυμένο κράτος. Χωρίς ηγεσία πολιτική, στρατιωτική και, ας μου επιτραπεί, εκκλησιαστική. Σάβανα, που δεν αφήνουν την Πατρίδα να αναπνεύσει είναι όλες οι αγραβάτωτες, και μη, μετριότητες. Μέσα στις ευφρόσυνες γι’ αυτούς αυταπάτες, ετοίμαζαν γιορτές για τη δήθεν έξοδο από την κρίση. Η κρίση, η πραγματική, είναι οι ίδιοι που βυθίζουν τον λαό από τραγωδία (προδοσία της Μακεδονίας) σε τραγωδία (φονικές πυρκαγιές).

Δάσκαλος σε μικρά παιδιά είμαι και τα βλέπω όταν περιπέσουν σε κάποιο ελάχιστο παράπτωμα, μία ανώδυνη αταξία, σκύβουν το κεφάλι και το πρώτο πράγμα που λένε είναι: «Συγγνώμη, κύριε». Τούτοι οι αναιδείς πτωχοαλαζόνες δεν το έπραξαν. Αυτό δεν θα ξεχαστεί όταν αναλάβει ο λαός την πολιτική ευθύνη και γλυτώσομε για πάντα από την κρίση, τον πολιτικό κόσμο και υπόκοσμο…

*Δημήτρης Νατσιός, δάσκαλος - Κιλκίς.

 

Υ.Γ. Για την αντιγραφή, ΓΔΝ.

 

Δημήτρης Στεργίου: Όταν η Πεντέλη δεν το βάζει κάτω

Posted in ΕλεύθερηΓνώμη

Έχουμε συνηθίσει να τον βλέπουμε στην πρώτη γραμμή κάθε φορά που ένα πύρινο μέτωπο κατατρώει λίγο ακόμα από το πράσινο που έχει μείνει στην Πεντέλη – είτε σκαρφαλωμένο σε κάποιο όχημα πυρόσβεσης, είτε στο συντονιστικό κέντρο να δίνει οδηγίες, είτε μπροστά στις κάμερες να ενημερώνει για την κατάσταση. Ο Δημήτρης Στεργίου είναι ο δήμαρχος που έχει ταυτιστεί περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο άρχοντα της τοπικής αυτοδιοίκησης με την πολιτική προστασία, την πυροπροστασία και την πυρασφάλεια σε έναν από τους λίγους εναπομείναντες «πνεύμονες» της Αττικής.

Γνωρίζει πολύ καλά το «βουνό» και έχει δεσμευτεί να συνεχίσει να προσπαθεί, όχι μόνο για να σωθεί από τις φλόγες, αλλά και για να ξαναπρασινίσει. Εβδομήντα μέτρα από το σπίτι του, στο Νταού Πεντέλης, ξεκίνησε η φωτιά που έφτασε να κάνει στάχτη την Ανατολική Αττική και να στερήσει τη ζωή από δεκάδες ανθρώπους πριν από λίγες ημέρες. «Η φωτιά εξελίχθηκε αστραπιαία», μου λέει. «Πρώτη φορά εγώ, με τόση εμπειρία, βλέπω φωτιά να εξαπλώνεται τόσο αστραπιαία». Ήταν εκεί όταν, λόγω και των ισχυρών ανέμων, οι φλόγες «έφυγαν» με κατεύθυνση προς τη Ραφήνα, το Μάτι, το Κόκκινο λιμανάκι και τον Νέο Βουτζά. Πώς όμως φτάσαμε σε αυτή την καταστροφή; «Η φωτιά βρήκε πολλή καύσιμη ύλη, επειδή είχε λειτουργήσει καλά η φυσική αναδάσωση και κινήθηκε γρήγορα λόγω των ανέμων, με αποτέλεσμα η λαίλαπα να είναι ταχύτατη και να απελευθερώνει μεγάλο θερμικό φορτίο». Δεν χρειάζεται καν να τον ρωτήσω τι θα πρέπει να μας προβληματίσει έπειτα και από αυτή την τραγωδία. «Με δείκτη επικινδυνότητας τέσσερα δεν παίζουμε. Η διαδικασία της πρόληψης πρέπει να λειτουργεί άψογα. Είναι καιρός να αντιληφθούμε ότι, στην Αττική τουλάχιστον, οι πυρκαγιές δεν αφορούν πια τα δάση στα βουνά· τα μόνα δάση που έχουν μείνει είναι μέσα στον οικιστικό ιστό. Άρα πρέπει να αλλάξουν οι προτεραιότητες, δεν πηγαίνουμε να κατασβέσουμε τη φωτιά, αλλά προτεραιότητα αποτελεί να σώσουμε τους ανθρώπους». Τι θα πρέπει να γίνει στο μέλλον; «Η πρόληψη δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχεις ως δήμος κέντρο επιχειρήσεων που λειτουργεί επί 24ώρου βάσεως; Έχεις ασύρματη επικοινωνία με όλους τους εμπλεκομένους στη φάση της πρόληψης; Αυτοί που υλοποιούν την επιτήρηση και την άμεση επέμβαση ελέγχονται από κάποιο κέντρο επιχειρήσεων, ώστε άμεσα η πληροφόρηση να φτάνει στους πολίτες; Γιατί οι πολίτες εμφανίστηκαν απληροφόρητοι, η φωτιά ήταν δίπλα τους και δεν το ήξεραν, επειδή δεν υλοποιήθηκε κάποια διαδικασία διάχυσης της πληροφορίας. Τρίτον, έχεις κόψει τα χορτάρια παντού και κυρίως μέσα στον οικιστικό ιστό; Τέταρτον, έχεις στελεχωμένα τα οχήματα άμεσης επέμβασης; Εμείς το Νταού το γλιτώσαμε γιατί τα οχήματα των εθελοντικών κλιμακίων της Πεντέλης, της Ραφήνας και του ΣΠΑΠ ήρθαν σε 7 λεπτά. Απαιτείται γενική επανασχεδίαση του θεσμικού πλαισίου πολιτικής προστασίας. Ο συντονισμός στο πεδίο των επιχειρήσεων είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Ποιος συντονίζει; Η Πυροσβεστική, η Πολιτική Προστασία, το υπουργείο, η Περιφέρεια, η τοπική αυτοδιοίκηση, ο δήμος; Υπάρχει ένα κενό συντονισμού. Πρέπει να αποφασίσουμε τη δημιουργία ενός νέου φορέα, ενός υπουργείου Πολιτικής Προστασίας που θα έχει τον απόλυτο έλεγχο και τον συντονισμό για την αντιμετώπιση των καταστάσεων έκτακτης ανάγκης».

Είμαστε στην κορυφή του Αστεροσκοπείου με τις πλαγιές του βουνού γύρω μας. «Η Πεντέλη έχει ανάγκη από πολύ καλή πολιτική προστασία», συνεχίζει. Πιστεύει όμως ότι υπάρχει ελπίδα: «Η Πεντέλη αυτή τη στιγμή είναι η προσωποποίηση της ελπίδας, για πολλούς λόγους. Κατ’ αρχάς “δουλεύει” η φυσική αναδάσωση. Επίσης, μέσω της συνεργασίας με τον ΣΚΑΪ, από το 2004 φυτεύτηκαν κάθε χρόνο 60.000-70.000 δενδρύλλια και στον Κοκκιναρά έχουν αναπτυχθεί πολύ. Βέβαια, οι μεγάλες πλαγιές που είναι μακριά από τον οικιστικό ιστό χρειάζεται να δεντροφυτευτούν, γιατί έχουν καεί τρεις φορές. Το θετικό είναι ότι η Πεντέλη έχει τεράστιο υδροφόρο ορίζοντα». Συνεχίζουμε τον περίπατό μας στο βραχώδες έδαφος, ενώ ο αέρας σηκώνει σύννεφα σκόνης τριγύρω. Σκέφτομαι ότι, παρά τη συχνή τηλεοπτική του παρουσία, λίγα ξέρουμε για τον ίδιο και η κουβέντα μας γυρίζει στο παρελθόν του.

Βοσκός και λατόμος

«Γεννήθηκα στην Πεντέλη στο τέλος της δεκαετίας του 1940 και μεγάλωσα στις καλύβες των Σαρακατσαναίων αυτόχθονων κατοίκων, οι οποίοι ήρθαν εδώ τον 17ο αιώνα ως γιδοβοσκοί στη Μονή. Ήμασταν πέντε παιδιά, τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι. Υπήρχε πολλή φτώχεια. Από 6 χρονών έβοσκα γίδια. Τη δεκαετία του 1950, η Πεντέλη ήταν το κύριο παραθεριστικό κέντρο της Αθήνας και το καλοκαίρι έρχονταν με αντίσκηνα 30.000-40.000 κόσμος. Εμείς τους πουλάγαμε αυγά, γιαούρτια, γκλίτσες. Δεκατριών χρονών άρχισα να δουλεύω ως λατόμος τους καλοκαιρινούς μήνες στα λατομεία της Πεντέλης. Τον χειμώνα κόβαμε κουκουνάρια από τα δέντρα και τα πουλάγαμε στις ταβέρνες, για τις μασίνες. Λίγο πριν τελειώσω το δημοτικό, ήρθε στο σπίτι ο δάσκαλός μου και είπε στη μάνα μου να με αφήσει να πάω στο γυμνάσιο, γιατί ήμουν πολύ καλός μαθητής. Βέβαια, το θέμα ήταν να είχε κανείς τις 6,40 δραχμές που κόστιζε το εισιτήριο πηγαινέλα με το λεωφορείο στο Χαλάνδρι όπου λειτουργούσε γυμνάσιο. Δώσαμε 17 παιδιά από την Πεντέλη εξετάσεις για το γυμνάσιο και πέρασα μόνο εγώ. Φοίτησα στο γυμνάσιο Χαλανδρίου έξι χρόνια με πολλές δυσκολίες, κυρίως στο ανεβοκατέβασμα. Ευτυχώς υπήρχαν φορτηγά που έφερναν μαρμαρόσκονη από το Μουζάκι, οπότε πήγαινα και με αυτά, και αργότερα με ποδήλατο».

 

 

Εύελπις, στρατιωτικός και προπονητής ιππασίας

«Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου έκανα κοπάνα με έναν συμμαθητή μου. Πήγαμε στο Ρεξ και είδαμε δύο ταινίες και ένα ντοκιμαντέρ που έδειχνε τη ζωή ενός ευέλπιδος, το κρεβάτι του με τα άσπρα σεντόνια, τη στολή και το σπαθί του. Εντυπωσιάστηκα. Γύρισα στην Πεντέλη, πήγα στο αστυνομικό τμήμα και υπέβαλα αίτηση στη Σχολή Ευελπίδων και στη Σχολή Εμποροπλοιάρχων. Πέρασα δεύτερος στην πρώτη και όγδοος στην άλλη. Έτσι άλλαξε η ζωή μου. Μπήκα στη Σχολή Ευελπίδων και ήμουν από τους πρώτους μαθητές. Η σχολή αυτή ήταν ιερός χώρος για μένα. Ένα άγουρο βλαχόπουλο το σφυρηλάτησε, του έδωσε αρχές, οργάνωση, διοικητικές ικανότητες. Έμεινα εκεί τέσσερα χρόνια και μετά άρχισα να γυρίζω την Ελλάδα. Και πάλι ήμουν πολύ τυχερός, γιατί βρέθηκα να έχω πολύ καλές επιδόσεις στην ιππασία και με έστειλαν στη Γαλλία με χρήματα της Γενικής Γραμματείας Αθλητισμού. Έμεινα στη Γαλλία, στην Εθνική Σχολή Ιππασίας, όπου τελείωσα το τμήμα καθηγητών ιππασίας. Συμμετείχα στο γαλλικό πρωτάθλημα, στο cross country και γυρίζοντας στην Ελλάδα ανέλαβα προπονητής της Εθνικής Ελλάδος του μοντέρνου πεντάθλου και γύρισα όλο τον κόσμο. Όταν επέστρεψα από το εξωτερικό, εργάστηκα σε όλα τα ιππικά κλαμπ ως προπονητής ιππασίας με άδεια από το υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Όταν έγινα ταγματάρχης, τέθηκε το θέμα της καριέρας και έφυγα από την Αθήνα, πήγα στο Λιτόχωρο, στη Σχολή Πολέμου στη Θεσσαλονίκη, διοικητής επιλαρχίας αρμάτων στην Αλεξανδρούπολη, διευθυντής επιχειρήσεων Αιγαίου και στη συνέχεια μετατέθηκα, όταν έπεσε το Τείχος, στη Σόφια ως στρατιωτικός ακόλουθος. Όταν γύρισα στην Ελλάδα, αισθανόμουν ότι ο στρατός με έπνιγε. Αποστρατεύτηκα στα 46 μου με τον βαθμό του ταξίαρχου. Μετά την αποστρατεία μου είχα την τύχη και την τιμή να προσληφθώ ως προπονητής στο Ιππικό Κλαμπ της Εκάλης, ένα από τα καλύτερα της Ελλάδας. Τότε ασχολήθηκα και με τις αγοραπωλησίες αλόγων από όλο τον κόσμο».

Στην τοπική αυτοδιοίκηση

«Κάποια στιγμή οι φίλοι μου στην Πεντέλη με ώθησαν να ασχοληθώ με τα κοινά. Έβαλα υποψηφιότητα το 1998 για κοινοτάρχης. Εξελέγην με την πρώτη και από τότε είχα την τύχη να εκλέγομαι για πέντε συνεχείς φορές – υπηρέτησα και έξι συνεχείς θητείες στον Σύνδεσμο Προστασίας και Ανάπλασης Πεντελικού. Αν με ρωτήσετε σήμερα ποιο είναι το επάγγελμά μου από αυτά τα 10-15 που έκανα, θα πω απερίφραστα προπονητής ιππασίας και δήμαρχος. ”Έκλεψα” από τον στρατό την εκπαίδευση, την οργάνωση, τη διοίκηση, την αυτοπειθαρχία, την εργατικότητα και τα εφάρμοσα στη ζωή του δημάρχου, που είναι σκληρή. Από όλες τις δουλειές που έκανα είναι η σκληρότερη, γιατί έχει πολύ ψυχικό πόνο και φθορά».

Πατέρας, παππούς, δήμαρχος

«Έχω μία κόρη, τη Βίκυ, και τρία εγγόνια. Είναι η επένδυση της ζωής μου, γιατί όλα τα άλλα χάνονται κάποια στιγμή. Επίσης δίνω αξία στην υστεροφημία. Η δική μου είναι: πατριώτης, επαγγελματίας, αυτοδημιούργητος, κυρίως όμως αδιάφθορος. Ό,τι έκανα το έκανα με διάθεση εγωιστικού πρωταθλητισμού, δεν υπήρξε σχολή που να πήγα και να μην ήμουν πρώτος, δεν υπάρχει δουλειά που να κάνω και να μη δίνω 24 ώρες το 24ωρο στον σκοπό. Έρχομαι στο γραφείο στις 05.45 και φεύγω αργά το απόγευμα. Πηγαίνω κάθε μέρα γυμναστήριο, αν δεν πάω, αρρωσταίνω. Θεωρώ ότι είμαι ο δήμαρχος του νόμου και του καθήκοντος και πιστεύω ότι έτσι πρέπει να είναι όσοι κάθονται σε αυτές τις καρέκλες, να είναι δήμαρχοι του νόμου, του καθήκοντος και πάνω από όλα του ανθρώπου και του περιβάλλοντος. Έχω πει ότι θα πάω από το δημαρχείο στο κοιμητήριο, αλλά αυτό είναι θέμα του Θεού και του ψηφοφόρου». ■

Περιοδικό "Κ"

http://www.kathimerini.gr/977490/gallery/periodiko-k/an8rwpoi/dhmhtrhs-stergioy-otan-h-pentelh-den-to-vazei-katw 

 

 

Ηλίας Παπαδόπουλος: Ο Ελληνισμός παράγει Έλληνες

Posted in ΕλεύθερηΓνώμη

Θα ξεκινήσω με την φράση του Ισοκράτη ο οποίος δηλώνει: «Τοσούτον δ’ απολέλοιπεν η πόλις ημών περί το φρονείν και λέγειν τους άλλους ανθρώπους, ώσθ’ οι ταύτης μαθηταί των άλλων διδάσκαλοι γεγόνασι και το των Ελλήνων όνομα πεποίηκε μηκέτι του γένους αλλά της διανοίας δοκείν είναι, και μάλλον Έλληνας καλείσθαι τους της παιδεύσεως της ημετέρας ή τους της κοινής φύσεως μετέχοντας». Σε μια ελεύθερη απόδοση: Απόδοση: «Τόσο πολύ λοιπόν άφησε πίσω η πόλη μας τους υπολοίπους ανθρώπους, στην σοφία και στον λόγο, ώστε οι μαθητές της δάσκαλοι των άλλων έγιναν και κατόρθωσε (η πολιτεία μας) το όνομα των Ελλήνων να μη αναφέρεται στην καταγωγή αλλά στην παιδεία που έχουν, και περισσότερο να καλείται Έλληνας αυτός που μετέχει στην δικής μας παιδεία (της Αθηναϊκής) παρά αυτός που έχει κοινή φυλετική καταγωγή».

PDF

 

BESA DEBATE: What’s Next for Turkey?

Posted in ΕλεύθερηΓνώμη

Respondents: Mark Meirowitz, Katerina Dalacoura, Mark Lowen, Dimitrios Triantaphyllou, Gallia Lindenstrauss, Efrat Aviv, Vassilis Nedos, Burak Bekdil

Mark Meirowitz, Associate Professor, SUNY Maritime College, New York; BESA Non-Resident Research Associate

Turkey is clearly at a crossroads. With the enhanced presidency won and a majority in Parliament achieved (in coalition with the nationalist MHP party), President Erdoğan and the AKP party now have a tremendous opportunity to effectuate real change in Turkey. Having dedicated so much energy to achieving these electoral milestones, Erdoğan and the AKP can now focus on addressing Turkey’s challenges and issues. The Turkish society’s having to lurch from election to election was not helpful for stability. There is now, I believe, light at the end of the tunnel following the elections. The prospect of the termination of the state of emergency is extremely positive.

Further, the so far very effective discussions with the US concerning Syria, including the roadmap for Manbij, will hopefully usher in a period of improved Turkish-US relations (bearing in mind that Turkey must focus its energies on improving its relationship with the US, and should be very wary of relying on Russia to resolve Turkey’s defense needs). As for the relationship with Israel, Turkey and Israel need to dedicate their energies to reestablishing the progress they made after resolving their differences following the Mavi Marmara incident by returning ambassadors and restoring good relations.

I am optimistic about Turkey’s future but am also concerned about the pressing problems with the Turkish economy, which President Erdoğan and the Turkish government must tackle forthwith. Finally, Erdoğan and the AKP must resist the pressure that the nationalist MHP may bring to bear on key matters (such as how to resolve the Syria/Kurdish issue). With the election victory having brought enhanced freedom of action to navigate the many complex challenges that Turkey faces, Erdoğan and the AKP can accomplish great things for Turkey. I sincerely hope that they will do so.

Katerina Dalacoura, Associate Professor in International Relations, London School of Economics

Recep Tayyip Erdoğan’s outright victory in the first round of the presidential elections of June 24, 2018, and the success of the Justice and Development Party (AKP) in scoring 42.56% of the vote in the parliamentary elections held the same day, have deepened concerns for the future of democracy in Turkey. There are some silver linings, however, one of which is the performance of the opposition parties arrayed against the AKP during the election campaign. Over the past 16 years there has been a deepening realization among opponents of the AKP that no “big brother” (neither the now defanged military nor any other) will rescue them from the dominance of the AKP and the master political tactician who leads it.

In the lead-up to the most recent elections, the Republican People’s Party (CHP), the newly-established “Good” (İYİ) party, the Kurdish People’s Democratic Party (HDP), and the small but significant Islamist Felicity (Saadet) party attempted to bridge their ideological and ethnic divisions, strike political deals, and conduct a dynamic campaign. To defeat the AKP over the coming years, they will need to do more to overcome the fault line between Turks and Kurds; send strong feelers out to the Islamist camp; extend their activities at the local level throughout the country; and listen to the voters more attentively. But their successes in these elections are already significant: the AKP’s percentage was reduced and it lost its majority; it will be forced henceforth to rely on the Nationalist Movement Party (MHP) to get things done.

All the major opposition parties secured representation in parliament, where some of the decisive political battles of the next five years will be conducted. There is still a long way to go for the establishment of a full-blown democracy in Turkey, but one of the indispensable requirements for it is seems to have been put in place.

Mark Lowen, BBC Turkey Correspondent

Recep Tayyip Erdoğan has achieved absolute power: head of the executive, as well as head of state; and able to appoint ministers and most senior judges, dissolve parliament, and issue decrees. Everything from the intelligence agency to the state theater has been put under his control. After ninety-five years of a parliamentary system, pro-government media call him the “first president” of the new constitutional framework. Turkey is to all intents and purposes in its Second Republic.

The opposition calls it “one-man rule.” The concentration of powers in his hands makes him by far the most powerful leader of Turkey since the republic’s founding father, Ataturk. His choice of ministers, particularly placing the Finance and Treasury brief in the hands of his son-in-law, Berat Albayrak, reinforces that impression.

The benefit, as far as he’s concerned, is streamlined decision-making and less chance of conflict among the branches of government. The risk is that Erdoğan no longer has anyone to blame but himself if things turn bad – particularly on the economic front. That is now the main concern: soaring inflation, a plummeting currency, and foreign investment drying up. It was the reason why the president called early elections in the first place – to secure victory before a crash. But the changes he’s enacted since his victory have done nothing to calm markets.

The big unknown now is foreign policy: whether Erdoğan will soften his antagonistic rhetoric towards the west and try to repair Turkey’s traditional alliances, or continue to pivot Turkey away from Europe and towards Russia and the Gulf. If a financial crisis hits hard, he may face renewed pressure to improve relations with the big investors of the Netherlands and Germany.

On the domestic security front, there’s every chance that military operations against Kurdish groups in northern Syria will continue, as well as the crackdown on perceived opponents within the country. The continuation in post of the Foreign and Interior Ministers suggests no major change.

The “new Turkey” is full of unknowns. As ever, half the country relishes it while the other is terrified of it.

Dimitrios Triantaphyllou, Associate Professor in International Relations, Kadir Has University, Istanbul

The victory of Recep Tayyip Erdoğan in the first round of the presidential elections in Turkey on June 24 as well as the domination of the AKP-MHP People’s Alliance in Parliament signals the birth of Turkey’s Second Republic, marked by Erdogan’s inauguration on July 9. After 95 years of variants of a parliamentary system in place with relatively clear separations between executive, legislative, and judicial power, the new presidential system implies a concentration of power in the hands of the president. Irrespective of Erdoğan’s ideological proclivities, which entail a mix of conservatism, nationalism, and Sunni Islamism, the governance of a country like Turkey has always been a polarizing affair supported by a national security veneer that has historically perceived the country as facing the challenges of the modern world on its own.

In today’s increasingly fluid world, in which the edifice of the rules-based international order is being dismantled piecemeal by the very powers that created it in the first place on the heels of WWII, Turkey’s traditional instincts of fear of insecurity, encirclement, and meddling by great powers in its domestic affairs have been reinforced. As a result, on the domestic front, Erdoğan’s fight with the secular and west-leaning establishment that has been the political, administrative, and economic bedrock of the country will continue in order to ensure the consolidation and legitimacy of the new presidential system as well as Erdoğan’s hold on power.

In terms of relations with the rest of the world, the new Turkey’s foreign policy will become even more transactional than it already is, as the country will continue to seek a greater role for itself in regional and global affairs commensurate with the image and discourse of a conservative, Islamist leader in defense of the national interest. As a result, its relations with traditional allies and partners will become increasingly frayed and difficult to manage.

Gallia Lindenstrauss, Research Fellow, Institute for National Security Studies and a visiting fellow at the Bipartisan Policy Center, Tel Aviv

The results of the elections in Turkey, which solidified the alliance between the Justice and Development Party (AKP) and the Nationalist Movement Party (MHP), will mean the continuation of a harsh stance on the Kurdish issue inside Turkey and towards the Syrian branch of the Kurdish underground, the PYD.

In terms of other areas of foreign policy, while we are witnessing some attempts to reset relations with the US, there are good reasons to believe that many of the existing sources of tensions in bilateral relations will remain in place – the S-400 deal between Turkey and Russia and the growing calls in Congress to halt the supply of the F-35 to Turkey, the ramifications of the US withdrawal from the Iran deal, the question of Fethullah Gülen’s extradition from the US, and the fate of US citizens in prison in Turkey.

In terms of Turkey’s relations with the EU, it is not expected that there will be any advancement in the accession process, and the current Austrian presidency of the EU may be quite challenging for Turkey. With regard to Turkish-Israeli relations, the tensions surrounding the May 2018 crisis are still in place, and the return of ambassadors to Ankara and Tel Aviv in the near term seems uncertain.

Efrat Aviv, Lecturer in the Department of Middle Eastern Studies, Bar-Ilan University; BESA Fellow

The most important outcome of the Turkish elections is that Recep Tayyip Erdoğan will become Turkey’s first executive president with significantly increased powers. The branches of the Turkish government are now set to begin implementing a series of constitutional amendments approved in a referendum last year. Under the new system, the re-elected Erdoğan will be able to appoint vice presidents, ministers, high-level officials, and senior judges, as well as dissolve parliament, issue executive decrees, impose a state of emergency, and issue new laws – something he was previously able to do only under a state of emergency, but will now have the right to do as executive president. AKP supporters believe the new system will allow Turkey to be governed in a more efficient and stable manner in the long run, but ignore the increasing authoritarianism of the president and his party. Now that Erdoğan’s domestic and foreign policies were “proven right” by the election results, that authoritarianism will grow stronger – a danger it would be a bitter mistake to ignore.

The fate of Turkey’s volatile economy is critical, and much will depend on how Erdoğan handles it. The depreciating currency, which has lost about 20% of its value against the dollar since the start of the year, along with rising inflation and the current account deficit, the high exchange rate, and high interest rates, will remain the most urgent issue. I see no indications that Erdoğan will reverse course on his populist economic agenda despite his attempts to calm down the society and the business sector. To cite Emine Erdoğan’s latest provocation, the president’s approach is like carrying a Hermès handbag when all you can afford is a Waikiki one. On top of the economic issue is Erdoğan’s tough relationship with the West and especially with “fascist and cruel” Europe. I expect no change in Erdoğan’s foreign “policy,” so internal tensions will remain. Again, Erdoğan believes his harsh, non-stop criticism of the West was an efficient tool to help him gain popularity. The election results did nothing to encourage him to change that policy.

Growing polarization inside Turkish society is worrisome, as are social problems such as violence against women, child abuse, mass arrests, and unjust trials, as well as Erdoğan’s promise to apply capital punishment after the elections. This will put the government in a difficult spot internationally by attracting criticism, especially from the West, over human rights and democratic standards in the country. Human rights conditions in Turkey will almost certainly worsen. For instance, lawsuits like the one filed against the farmer protestors who participated in the recent “potatoes protest” in Adana – the suit filed on the grounds that they had insulted Erdoğan – will probably be more common from now on.

As Turkey’s current foreign policy consists of no doctrine nor unified ideology but is based on immediate interests and needs, the Turkish involvement in Syria will continue and Erdoğan’s fight against PKK will be increased, especially in view of AKP’s alliance with MHP. Erdoğan has to keep on implementing the policies he followed in the last few years in order to remain MHP’s ally. True, Muharrem Ince’s emergence signaled that there could be a credible alternative to Erdoğan, surpassing current CHP leader Kemal Kilicdaroglu. But Ince has no official position within CHP and the opposition as a whole does not seem strong enough to face Erdoğan, especially not as an executive president.

Vassilis Nedos, Diplomatic and Defense correspondent, Kathimerini, Athens

Does Turkey have a 21st century Ataturk? A large share of Turks, especially the ones who feel increasingly alienated or even segregated, would find it very difficult to accept this. Others would feel this is probably quite accurate in concrete terms. But all would discover resemblances. At the elections of June 24th, Recep Tayyip Erdoğan managed to consolidate his power not only for five more years but for an unforeseeable period of time.

This makes Erdoğan the master of the game. He makes the rules, he bends the rules, he breaks the rules, and then he remolds the rules. In terms of internal power balance, it seems that he will remain unchallenged, as the old Kemalist order is toothless. So the answer to the question “what comes next” can only be answered with another set of questions. Can clear-cut, pro-Western parties and actors exert influence in Turkish society? Is there a (politically) able-bodied opposition to stop the authoritarian outbreak?

On a geopolitical scale, the question is whether Turkey can a) be effectively re-anchored and fully engaged to the West, b) deepen its new partnerships with Russia and Iran, or c) try to balance them all. In the meantime, it is projecting power in both the eastern Mediterranean and the Aegean Sea, producing tensions with all littoral states. Τhe current “hunting expedition” for natural resources in the eastern Mediterranean will test the resolve of Ankara’s power projection in the region because it will bring Turkey into friction not only with the littoral states, but with Western powers that have presences and economic interests there.

Burak Bekdil, Ankara-based columnist, fellow at the Middle East Forum, and regular contributor to the Gatestone Institute and Defense News

On June 24th, more than 56 million Turks went to the ballot box to elect their president and members of parliament. The election results pleased (and saddened) all players. President Recep Tayyip Erdoğan won the presidential race with 52.6% of the vote, slightly up from 51.8% he won in 2014. More than 25 million Turks endorsed their support for the Islamist strongman who has ruled Turkey since 2002.

Erdoğan’s ruling Justice and Development Party (AKP) won 42.6% of the vote, down from 49.5% in last parliamentary elections in November 2015. But the AKP, in alliance with the Nationalist Movement Party (MHP), won 344 seats in the new 600-seat house, a clear majority. The MHP, whose popularity was estimated at 7-8% in polls, won a surprising 11.1%, another winner and now Erdoğan’s indispensible coalition partner. It should be noted that without the MHP in alliance, Erdoğan’s AKP would fall short of a parliamentary majority with its 293 seats.

The Kurdish People’s Democratic Party (HDP) is another winner as it narrowly passed the national threshold of 10% for parliamentary representation (with 11.7% of the national vote). The Kurdish bloc is now the third-largest power in the Turkish parliament.

Finally, Erdoğan’s main presidential rival, Muharrem Ince of the main opposition Republican People’s Party (CHP), a secular, social democratic grouping, was also a winner as he took a surprising 30.6% of the national vote (against Erdoğan’s 52.6%), significantly higher than his party’s 22.6%. Ince may not have challenged Erdoğan as he claimed he would, but he has proven to be his only serious future challenge.

The Turks chose to go on with Erdoğan, making, at the same time, a clear choice to blend his neo-Ottoman Islamism with MHP’s ethnic Turkish nationalism. This Islamist/nationalist bloc now makes up 53.7% of Turkish voters. That same ideological blend will guide Turkey’s foreign policy in the years ahead.

View PDF

@BosporusReport
@marklowen
@DTriantaphyllou
@GLindenstrauss
@NedosVassilis
@tzogopoulos

 
 

Ιπποκράτης Δασκαλάκης: Η Συμφωνία για το Μακεδονικό Ζήτημα και οι Προοπτικές

Posted in ΕλεύθερηΓνώμη

Ας αρχίσουμε από τα γεγονότα: Μετά από αρκετές δεκαετίες τριβών υπάρχει πλέον μια κατ’ αρχή αμοιβαία συμφωνία για τη δρομολόγηση μιας κοινά αποδεκτής λύσης στο σύνθετο πρόβλημα που ταλανίζει τις σχέσεις Αθηνών-Σκοπίων και αποτελεί μια εν δυνάμει εστία αναταραχής (μαζί και με πολλές άλλες) στον ευρύτερο χώρο της Βαλκανικής. Η συμφωνία αυτή αντιμετωπίζεται με καχυποψία έως και πλήρη απόρριψη από σημαντικά τμήματα του πολιτικού κόσμου και της κοινωνίας αμφοτέρων των χωρών. Ενδεχομένως και ορισμένες χώρες, μάλλον λίγες, δεν καλοβλέπουν τη συμφωνία και κυρίως την επίλυση του θέματος. Παραμένει ακόμη άγνωστο, αν αυτή η συμφωνία θα υλοποιηθεί μέχρι τέλους ενώ αμφίβολη είναι και συμβολή της στην ομαλοποίηση της ευρύτερης περιοχής. Ακόμη όμως περισσότερο αβέβαιη είναι η απάντηση στο ερώτημα του εάν η συμφωνία αυτή είναι θετική για τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.

Μια πειστική απάντηση θα δοθεί μόνο μετά την έλευση ικανού χρονικού διαστήματος (1-2 δεκαετίες) και ευελπιστώ να είναι θετική για την πλευρά μας.
Σίγουρα η συμφωνία δεν εξασφαλίζει το σύνολο των ελληνικών απαιτήσεων, ούτε όμως και των σκοπιανών. Σίγουρα σήμερα είναι αδύνατη η αλγεβρική και αντικειμενική αποτίμηση κερδών και απωλειών μέσω των αναπόφευκτων (αμοιβαίων) υποχωρήσεων. Στα όμματα της πλειονότητας των Ελλήνων πολιτών, οι παραχωρήσεις των Αθηνών σε θέματα εθνότητας και ταυτότητας -και κυρίως η πληθώρα των αναπάντητων ερωτημάτων που συνοδεύουν αυτά τα σημεία- προκαλούν δικαιολογημένη ανησυχία αλλά και εναντίωση προς τα συμφωνηθέντα. Ερωτηματικά εμφανίζονται και για την απώλεια ελληνικών διαπραγματευτικών «χαρτιών» αναφορικά με τη δυνατότητα δικής μας αρνησικυρίας σε θέματα ένταξης των Σκοπίων, σε ΝΑΤΟ και Ευρωπαϊκή Ένωση, σε περίπτωση μη ευόδωσης της συμφωνίας και αντίθεσης μας με τη δυναμική εισόδου που θα έχει ήδη αναπτυχθεί.
Επιπλέον, διαχρονικές και δια δεσμών αίματος καλλιεργηθείσες πεποιθήσεις και δοξασίες για τα εθνικά μας δίκαια καθιστούν, για μέρος των πολιτών μας, κάθε υποχώρηση ισοδύναμη με εθνική ήττα ή ακόμη και προδοσία. Τρανό παράδειγμα των εθνικών ευαισθησιών, η αδυναμία ακόμη και των υποστηρικτών της συνθήκης να κάνουν αναφορά σε «μακεδονική» εθνότητα και γλώσσα παραλείποντας τα εισαγωγικά και η προτίμηση χρήσης ουδέτερων όρων. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι ανάλογες δοξασίες έχουν αναπτυχθεί και στην άλλη πλευρά γεγονός που ελάχιστα επηρεάζεται από αντικειμενικές ιστορικές αλήθειες. Ορατός και ο κίνδυνος αύξησης των απαιτήσεων εκ μέρους των Τιράνων, θεωρώντας ότι η χώρα μας, ευρισκόμενη σε μειονεκτική θέση, είναι πρόθυμη για περαιτέρω παραχωρήσεις σε όλα τα ανοικτά θέματα. Πρέπει όμως να αναγνωρίσουμε ότι μόνιμο και λογικό επιχείρημα των επιθυμούντων μια συμβιβαστική λύση στο θέμα των Σκοπίων είναι η επικέντρωση μας έναντι πλέον ζωτικών απειλών και θεμάτων και η ελάττωση των ανοικτών μετώπων θα επιτρέψει την ενδυνάμωση των θέσεων μας σε αυτά.
Σήμερα, η πλειονότητα των Ελλήνων τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ μιας συμφωνίας με το γειτονικό κράτος αλλά με περιορισμένο αριθμό παραχωρήσεων και μάλιστα ανώδυνων. Αντίστοιχα φυσικά πράττει και η άλλη πλευρά. Επίσης, έκαστος πολιτικός χώρος στην Ελλάδα, επιφυλάσσει για τον εαυτό του -εκ του ασφαλούς- την ικανότητα σύναψης μιας καλύτερης συνθήκης. Εκτιμώ ότι μια ενιαία συντονισμένη εθνική γραμμή, χωρίς παραφωνίες, κομματικές επιδιώξεις, ενέργειες αποφυγής πολιτικού κόστους, θα επέφερε καλύτερα διαπραγματευτικά οφέλη και κατά συνέπεια (ενδεχομένως) μια καλύτερη συμφωνία για τη χώρα μας. Τη μέγιστη ευθύνη για την αποτυχία αυτής της κοινής συνεννόησης την έχει η κυβέρνηση που θεσμικά είχε την πρωτοβουλία των κινήσεων και η οποία προσπάθησε να συνδυάσει τη σύναψη της συμφωνίας με καθαρά κομματικά οφέλη. Επιπλέον, αξίζει να επισημάνουμε ότι καθώς σημαντικό μέρος του κυβερνώντος κόμματος είχε ταχθεί στο παρελθόν υπέρ θέσεων που ήσαν αρκετά εγγύς των σκοπιανών θέσεων, αυτό εξασθενούσε -μέχρι ενός σημείου- τη διαπραγματευτική μας θέση.
Η εξέλιξη των διαπραγματευτικών επαφών, κατέδειξε ότι κυβέρνηση των Αθηνών επεδίωξε μια σπουδή για την επίτευξη συμφωνίας χωρίς να διαφαίνεται ότι βρέθηκε προ ανυπέρβλητων ισχυρών διεθνών πιέσεων. Βέβαια θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς υποστηρίζοντας ότι η Αθήνα έσπευσε να εκμεταλλευτεί το «παράθυρο ευκαιρίας» της ύπαρξης μιας μετριοπαθούς σκοπιανής κυβέρνησης. Επιμονή σε ανένδοτες θέσεις εκ μέρους των Αθηνών, ίσως να καταδίκαζε σε πτώση τη μετριοπαθή κυβέρνηση και να συντελούσε στην επάνοδο των σκληροπυρηνικών δυνάμεων και διαιώνιση του προβλήματος. Με τα σημερινά δεδομένα αδυνατώ μετά βεβαιότητας να ισχυριστώ αν η διαιώνιση του θέματος εξυπηρετεί ή βλάπτει τα εθνικά συμφέροντα, απάντηση καθοριστική για την ελληνική (και σκοπιανή) στάση. Διστακτικά θεωρώ ότι ο χρόνος δεν εργάζεται υπέρ ημών στο πρόβλημα αυτό χωρίς βέβαια να δημιουργεί (επί του παρόντος) ανυπέρβλητα εμπόδια.
Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων η ελληνική κυβέρνηση κατηγορήθηκε για χρήση «μυστικής διπλωματίας» για επίλυση του θέματος. Θεωρώ επιβεβλημένη, την κατά περίπτωση, χρήση της «μυστικής διπλωματίας» υπό τον όρο τήρησης όλων των θεσμικών προβλέψεων που μάλλον όμως δεν ίσχυσε στο πρόβλημα μας. Ευελπιστώ ότι στο πλαίσιο αυτής της κατακριτέας «μυστικής διπλωματίας», η Αθήνα κατάφερε να εξασφαλίσει ορισμένες θετικές πρόνοιες και αξιόπιστες δεσμεύσεις από τις μεγάλες δυνάμεις για τα εθνικά μας θέματα.
Παρά τη δικαιολογημένη ευαισθησία μας για το ιστορική παρακαταθήκη της μακεδονικής ιστορίας και τον κίνδυνο καπήλευσης της δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο μέγιστος κίνδυνος προέρχεται από την τουρκική επεκτατικότητα και η δεινή μας οικονομική κατάσταση επιτείνει τη μειονεκτική μας θέση. Για ιστορικούς λόγους, πρέπει όμως να αναφέρω ότι αντίστοιχες αντιλήψεις, έναντι του υπαρκτού τότε κομμουνιστικού κινδύνου αλλά και η πλήρη οικονομική μας εξάρτηση από τη διεθνή βοήθεια, ώθησαν τις ελληνικές κυβερνήσεις σε διστακτικές θέσεις στο θέμα του μακεδονικού, ειδικά την περίοδο 1949-1954, που συνετέλεσαν στη μετέπειτα επιδείνωση της διαπραγματευτικής μας ικανότητας και στην ενίσχυση και προβολή της «μακεδονικής» ταυτότητας.
Επανερχόμενοι στο σήμερα, πρέπει να επισημάνω ότι δυστυχώς και η αντιπολίτευση, με παλινδρομήσεις, ασάφειες και απροθυμία συνεννόησης, ακολούθησε την κυβέρνηση στον ολισθηρό δρόμο της κομματικής εκμετάλλευσης του θέματος. Σε τελευταία ανάλυση, αρκετοί πολιτικοί παράγοντες αισθάνονται ιδιαίτερα ικανοποιημένοι με το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ μετά την αναγκαστική αποδοχή των όρων των «δανειστών και εταίρων», αυτοβούλως ανέλαβε και την επώδυνη αποδοχή μιας συμβιβαστικής λύσης στο σκοπιανό ζήτημα. Εκτιμώ ότι οι κατακρίνοντες σήμερα τη συμφωνία, πριν αλέκτωρ λαλήσει τρεις και παρά την σφοδρή αντίθεση τους, με πρόσχημα την αρχή του διεθνούς δικαίου «οι συνθήκες πρέπει να τιμούνται», θα αναγκαστούν (ορθά αλλά και με πρόδηλη ικανοποίηση) να την αποδεχθούν!
Ας έλθουμε όμως επί της ουσίας των δεδομένων που δημιουργεί η συμφωνία. Το βασικό ερώτημα είναι εάν υπάρχει άμεσος ή έμμεσος κίνδυνος για υπονόμευση των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων από το κράτος που θα αναγνωρίσουμε εάν υλοποιηθεί η συμφωνία; Θα τολμήσω να απαντήσω αρνητικά, υπό την προϋπόθεση ότι η χώρα μας θα λειτουργήσει ως ορθολογικός παίκτης του διεθνούς συστήματος οικοδομώντας, με λιγότερη ή περισσότερη επιτυχία, τους πυλώνες ισχύος. Στους πυλώνες ισχύος, εμφανιζόμενη υπό τον όρο της «ήπιας ισχύος», συμπεριλαμβάνεται και η πολιτισμική μας ιστορία και επιρροή. Η μελλοντική μας αντιπαράθεση με το νέο κράτος (ούτε και εγώ μπορώ να χρησιμοποιήσω το νέο όνομα του) θα διεξαχθεί κυρίως στο πολιτιστικό και οικονομικό επίπεδο με επιδίωξη την εξασφάλιση της επιρροής μας.
Ο αγώνας μας όμως, ειδικά για την πολιτισμική ταυτότητα και κληρονομία δεν θα πρέπει να εστιάζεται μόνο στους βόρειους γείτονες μας. Η προσπάθεια πρέπει να είναι επίπονος και συνεχής καθώς οι διεκδικητές της πολιτισμικής μας κληρονομιάς είναι πολλοί (μη λησμονούμε ότι και οι Τούρκοι αθόρυβα «ροκανίζουν» την ιστορία μας, βλέπε «λαοί του Αιγαίου») ενώ ο πιο επικίνδυνος αντίπαλος δεν έχει ταυτότητα και υπεισέρχεται δολίως μέσα από τις διάφορες μορφές της παγκοσμιοποίησης και μιας πρωτόγνωρης και βίαιης δημογραφικής μεταβολής πλήττοντας ύπουλα τον πυρήνα της ύπαρξης μας.
Σπάνια στο παρελθόν μια συνθήκη ή συμφωνία, ακόμη και αν επιβλήθηκε με τη δύναμη των όπλων, επέλυσε όλες τις αντιθέσεις και τα προβλήματα. Απλά έθεσε τις βάσεις για ένα νέο ανταγωνισμό (ή μια νέα μορφή ανταγωνισμού) δίδοντας πολλάκις τη ευκαιρία ακόμη και στον ηττημένο να ανατρέψει, σε βάθος χρόνου, ορισμένες αρνητικές συνέπειες της συμφωνίας. Ανάλογα συμβαίνει και με την παρούσα συμφωνία η ολοκλήρωση της οποίας προβλέπεται τους επόμενους μήνες. Φυσικά δεν πρέπει να αναμένουμε τη μεταστροφή της πολιτικής, αλλά και των διαθέσεων των κατοίκων των Σκοπίων, έναντι της χώρας μας εντός μιας ημέρας. Η αντιπαράθεση για το θέμα της Μακεδονίας χάνεται σε βάθος δεκαετιών, κάθε πλευρά έχει να παρουσιάσει ορισμένα αδιάσειστα επιχειρήματα υπέρ των θέσεων της και το συγκρουσιακό περιβάλλον έχει εκθρέψει εκατέρωθεν ακραίες τάσεις που όλα μαζί δημιουργούν δυσχέρειες στην επιθυμητή προσέγγιση.
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος όμως που διατρέχουμε για την επιτυχή έκβαση των προσπαθειών μας (συμπεριλαμβανομένων και των σημαντικών παραχωρήσεων που αποδεχθήκαμε), προέρχεται από το εσωτερικό μας και είναι να καταστήσουμε το θέμα της συμφωνίας το επίκεντρο μιας πολιτικής πόλωσης όπου οι ακραίες και χωρίς επιχειρήματα συνθηματολογίες θα κυριαρχήσουν του ορθού λόγου. Σε αυτό το περιβάλλον, πληθώρα κρισίμων προβλημάτων θα υποσκιαστούν από μια αντιπαράθεση για το Μακεδονικό από την οποία θα λείπουν τα επιχειρήματα και οι ρεαλιστικές εναλλακτικές λύσεις και θα κυριαρχεί η συνθηματολογία και η επίκληση συναισθημάτων. Δυστυχώς, σε ένα τέτοιο περιβάλλον, δεν νομίζω ότι θα υπάρξει ελληνικό κόμμα που θα αποφύγει την ατραπό της συνθηματολογίας.
Το ζητούμενο πλέον, από την ελληνική πλευρά, είναι αφενός να αποφύγει μια εσωτερική πόλωση για τη συμφωνία και αφετέρου να εκμεταλλευτεί τις συνθήκες που δημιουργούνται και βασιζόμενη στα νέα δεδομένα, με συνέπεια, υπομονή, επιμονή και συνέχεια, να προωθήσει τους στόχους της. Σήμερα, απαιτείται να εξετάσουμε λεπτομερώς τις άμεσα και έμμεσα απορρέουσες προβλέψεις της συμφωνίας, να εντοπίσουμε τα προβληματικά σημεία και να καταρτίσουμε ένα σχέδιο υλοποίησης της με γνώμονα τη μεγιστοποίηση του εθνικού συμφέροντος και την αντίκρουση των αναμενόμενων ανάλογων προσπαθειών των γειτόνων. Μια επισταμένη προετοιμασία θα μας επιτρέψει να εκμεταλλευθούμε υπέρ των θέσεων μας υπάρχοντα «θολά» σημεία που εισδύουν -ηθελημένα ή μη- σε κάθε συμφωνία. Δυνατότητα επαναδιαπραγμάτευσης δεν τη θεωρώ εφικτή και μάλλον θα οδηγήσει την Αθήνα σε αντιπαράθεση με τη διεθνή κοινότητα. Επιπλέον στο επίπεδο της στρατηγικής επικοινωνίας πρέπει να γίνει η μέγιστη εκμετάλλευση της προσέγγισης των δύο χωρών, προς κάθε ακροατήριο, με προβολή των ελληνικών παραχωρήσεων ως ένδειξη αυτοπεποίθησης και πραγματικού ενδιαφέροντος και όχι ως αδυναμία. Παράλληλα όμως πρέπει να είμαστε έτοιμοι από τώρα και για μια αναδίπλωση και αλλαγή στρατηγικής σε περίπτωση που για οποιαδήποτε λόγο η συμφωνία δεν ευοδωθεί. Εξυπακούεται ότι αρκετοί εξ ημών, ελπίζουν την απόρριψη της συμφωνίας -το θεωρώ δύσκολο όχι απίθανο- με υπαιτιότητα της σκοπιανής πλευράς.
Η αναζήτηση ευθυνών, ο εξορκισμός των λαθών επί του μακεδονικού και η δαιμονοποίηση της συμφωνίας δεν πρέπει να μας εκτρέψουν από το τελικό μας στόχο. Το νέο (ακατανόμαστο για εμάς ακόμη) κράτος, αλλά γενικότερα η Βαλκανική πρέπει να επανέλθουν στην ελληνική σφαίρα επιρροής με κατανόηση των ιδιαιτεροτήτων των λαών τους και με σεβασμό των ανησυχιών τους. Μπορούμε να αποτελέσουμε τοπική ηγεμονική δύναμη άμα εργαστούμε με συνέπεια, αποφεύγοντας τις ακρότητες και την αλαζονεία. Χρειαζόμαστε όμως όραμα, ηγεσία, συντονισμένη εργασία και νηφαλιότητα. Συστατικά αναγκαία, η έλλειψη των οποίων τις τελευταίες δεκαετίες μας οδήγησε όχι μόνο στην οικονομική κρίση αλλά και στην αποδυνάμωση της συνολικής μας ισχύος. Παρά ταύτα, η ισχύς μας έναντι των βαλκάνιων γειτόνων μας εξακολουθεί να είναι συντριπτικά υπέρ ημών σε όλους τους τομείς. Ειδικά μάλιστα, τα σημεία που έντονα μας ανησυχούν -θέματα ιστορικής ταυτότητας και πολιτιστικής παράδοσης- αποτελούν τα πλέον ισχυρά όπλα στην ελληνική φαρέτρα αρκεί να τα χρησιμοποιήσουμε κατάλληλα. Οι αυριανές γενιές των βαλκάνιων γειτόνων μας πρέπει να θεωρούν απαραίτητη την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, να προετοιμάζονται για φοίτηση σε ελληνικά πανεπιστήμια, να αποταμιεύουν για να παραθερίσουν στη Χαλκιδική, να εμπιστεύονται τα ελληνικά νοσοκομεία και ενδόμυχα (και ανομολόγητα) να προσδοκούν την απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας. Ειδικά για τα Σκόπια, η χώρα μας πρέπει να αποτελέσει τον αμερόληπτο και κοινά αποδεκτό εγγυητή της ειρηνικής συνύπαρξης Σλαβομακεδόνων και Αλβανών και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και προόδου της χώρας. Αυτή η κατάσταση πρέπει να είναι ο επιδιωκόμενος στόχος μας. Ποιος όμως θα μας κάνει αρχικά να πιστέψουμε στην ικανότητα μας για την εκπλήρωση αυτού του στόχου και εν συνεχεία να μας οδηγήσει με συνέπεια στην υλοποίηση του μέσα από τις «συμπληγάδες» του ασταθούς διεθνούς περιβάλλοντος;