Κοιτάει τη φωτογραφία της γυναίκας του και της χαμογελάει. Σε πειράζω κορίτσι μου της λέει. Θυμάσαι; Πάντα έτσι δεν λέγαμε; Πως οποίος φύγει πρώτος, θα γκρινιάζει στον άλλον. Τι άλλο θα μπορούσα να κάνω για να μη σε πάρει από εμένα ο θάνατος; 40 χρόνια ολάκερα στην αγκαλιά μου σ’ είχα και δεν σε πείραξε κανείς.. Μα ποιος να τα βάλει με τον χρόνο; Τότε ήταν να γίνει και τότε έγινε. Έζησες και έπρεπε να φύγεις.

Αλλάζει το κανάλι βιαστικά λες και στην οθόνη έβλεπε ξανά το ίδιο έργο. Το ίδιο από τότε που έφυγε εκείνη.. Διαφήμιση πρόωρη για τα Χριστούγεννα; Μα γιατί; Τόσο νωρίς; Θα στολίσει ο κόσμος από τώρα; Το βλέμμα στραμμένο σε εκείνη τη γωνιά. Στη γωνιά που κάθε χρόνο μαζευόταν όλοι και στόλιζαν. Πάντα η κυρά φρόντιζε το σπίτι να μόσχο μυρίζει μυρωδιές αγάπης και τρατάρισμα για τα παιδιά.. Τα παιδιά.. Ασυναίσθητα κοιτάει αυτό το διαολεμενο πράμα δίπλα του.Να πάρεις κινητό του είχαν πει.Να μη ξεχνάς να το φορτίζεις,και να το παίρνεις παντού μαζί σου για να μπορούμε να σε βρούμε του είχαν πει.

Τα παιδιά.. Μεγάλωσαν και φύγαν.Όμως πρέπει να μου θύμωσαν πολύ συλλογίζεται ,να νομίζουν πως εγώ φταίω που η μαμά τους δεν είναι πια εδώ; Μήπως για αυτό να με τιμωρούν και δεν μου κάνουν ένα τηλεφώνημα; Εγώ όπου πάω μαζί μου το χω. Και ελέγχω συνέχεια μήπως έμεινε από μπαταρία, αλλά.. Άλλο και τούτο. Τους αριθμούς τους εδώ τους έχω γραμμένους στο χαρτάκι. Οπότε παίρνω όμως χτυπάει μια φορά και μετά λέει είναι κατηλλειμενο. Και όταν με παίρνουν εκείνοι, συνήθως την επόμενη μέρα τι βιασύνη; Μια- δυο κουβέντες και το κλείνουν. Αυτό είναι να δεις σκέφτεται και κουνάει το κεφάλι με αποδοκιμασία. Εγώ πως φταίω και δεν θα είναι η μαμά τους και φέτος τα Χριστούγεννα εδώ.Μα δεν με αφήνουν να τους ρωτήσω, όλο βιάζονται και βιάζονται. Κι’ άλλη διαφήμιση; Ένα ρολόι να μετράει και στην αλλαγή του χρόνου άνθρωποι να αγκαλιάζονται και να εύχονται καλή χρονιά..

Φέτος και εγώ δεν θα αφήσω να με βρει η αλλαγή του χρόνου να κοιμάμαι. Όχι θα μείνω ξύπνιος με όλα τα φώτα ανοικτά. Μήπως να φταίει κι αυτό ε; Μήπως ερχόντουσαν τα παιδιά και έβλεπαν τα πάντα σκοτεινά και δεν ήθελαν να ενοχλήσουν; Όχι, όχι θα περιμένω. Εξάλλου έχω δώρα τριών χρόνων να τους δώσω. Μόνο να μη σβήσω τα φώτα. Να έχω το τηλέφωνο φορτισμένο και δίπλα μου.Φέτος θα ρθουν, τ’ακούς πριγκιπέσα μου..θα ‘ρθουν. [θυμήσου τους ανθρώπους σου,πριν γίνουν ανάμνηση]