Χρήστος Ζιώγας: Ενδογενείς κρίσεις και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Posted in Γωνιά Αναρτήσεων Νέων

Η Συνθήκη του Μάαστριχ το 1992 εγκαθίδρυσε την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως το επόμενο θεσμικό βήμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την Συνθήκη της Λισσαβώνας το 2007. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα δρομολογήθηκε την δεκαετία του '50, σφυρηλατήθηκε, όσον φορά τον χαρακτήρα του, την επόμενη δεκαετία και επικράτησε, ως βασικός ενοποιητικός θεσμός στη Δυτική Ευρώπη τις δεκαετίες του΄70 και του '80. Η Κοινότητα, μέσω διαδοχικών διευρύνσεων σε λιγότερο από 30 χρόνια από την ίδρυσή της, διπλασίασε τα μέλη της. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η αποκοπή του υπαρκτού σοσιαλισμού από το ιστορικό γίγνεσθαι στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, έδωσε στο συσσωματικό εγχείρημα μία ακόμη προοπτική: την επιτυχή πολιτική και οικονομική μετάβαση των εν λόγω κρατών προς τον φιλελευθερισμό.

Αναμφισβήτητα, η ΕΕ μαζί με την Ατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) συνέβαλαν με τις πολιτικές τους στην ομαλή καθεστωτική μετάβαση των περισσοτέρων πρώην σοσιαλιστικών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σταδιακά, και μέσω καλά σχεδιασμένων πολιτικών διεύρυνσης, οι συγκεκριμένες χώρες εντάχθηκαν στους δύο οργανισμούς. Η ΕΕ αποτελούσε το επιτυχημένο πρότυπο για την πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση των πρώην σοσιαλιστικών κρατών και το ΝΑΤΟ τον νέο εγγυητή για την ασφάλειά τους. Σήμερα, όντας πολυπληθείς οργανισμοί, η ΕΕ αποτελείται από 27 (λόγω Brexit) και το ΝΑΤΟ από 29 μέλη, συνιστούν η μεν πρώτη την σημαντικότερη προσπάθεια περιφερειακής ολοκλήρωσης, η δε Ατλαντική Συμμαχία τον ισχυρότερο στρατιωτικό οργανισμό παγκοσμίως.

Η ΕΕ κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία ενίσχυσε τις πολιτικές ολοκλήρωσης. Η δημιουργία της ΟΝΕ και η κυκλοφορία του ευρώ αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Παράλληλα όμως, αναδείχθηκε και η διστακτικότητα αρκετών κρατών να προχωρήσουν περαιτέρω προς την πολιτική ολοκλήρωση. Η καταψήφιση του προτεινόμενου Ευρωπαϊκού Συντάγματος, στην Ολλανδία και την Γαλλία το 2005, κατέδειξαν την απροθυμία τους για υπερεθνικές επιλογές στον πολιτικό τομέα. Ενώ μέχρι τότε η ΕΕ είχε να διαχειριστεί κατά βάση εξωγενείς κρίσεις, την τρέχουσα δεκαετία παρατηρούνται και ενδογενείς, οι οποίες λειτουργούν ανασταλτικά ως προς την εμβάθυνση της ενωσιακής διαδικασίας.

Στα πλαίσια και επ' ωφελεία του ενοποιητκού εγχειρήματος υποστηρίχθηκε, από ορισμένες πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ, η «αναγκαιότητα» άμβλυνσης των εθνικών ταυτοτήτων, ώστε να διευκολυνθεί η ανάδειξη μίας κοινής ευρωπαϊκής. Ταυτοχρόνως, θεωρήθηκε ότι η διαρκώς αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών-μελών θα επιφέρει μονοσήμαντα θετικές επενέργειες, επιταχύνοντας την πορεία ολοκλήρωσης Οι παρούσες συνθήκες δεν επαληθεύουν τους προηγούμενους ισχυρισμούς σχετικά την εξελικτική τους δυναμική, πόσο μάλλον με την τελική τους κατάληξη. Οι προαναφερθείσες διαδικασίες όχι μόνο δεν απέτρεψαν την εμφάνιση εθνικιστικών τάσεων εντός της ΕΕ, αλλά ως έναν βαθμό τις ενεργοποίησαν.

Η δημοσιονομική κρίση επηρέασε δυσμενώς την ενοποιητική διαδικασία. Αν και η διαχείριση της κρίσης απέτρεψε την διάχυσή της σε άλλα κράτη της ΕΕ και υπό αυτό το πρίσμα δύναται να θεωρηθεί ως επιτυχημένη, σημαντικό τμήμα των κοινωνιών των πληττόμενων κρατών-μελών την προσέλαβαν ως ένα σύνολο δράσεων που δεν συνάδουν με την κοινοτική μέθοδο, όντας προϊόν επιβολής των οικονομικά ισχυρότερων χωρών. Παράλληλα, σημαντικά τμήματα των κοινωνιών των δανειοδοτών κρατών ήταν αντίθετα με τις πολιτικές διάσωσης των χωρών, οι οποίες βρέθηκαν σε δημοσιονομικό αδιέξοδο. Εν γένει, δύναται να υποστηριχθεί ότι οι διευρυνόμενες οικονομικές αποκλίσεις και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης ανέστειλαν και υπονόμευσαν τις προοπτικές περαιτέρω εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η υπό διαπραγμάτευση αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, συνιστά όχι μόνο μια καινοφανή εξέλιξη, αλλά θα εντείνει τις στρατηγικές αποκλίσεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Το προσφυγικό ζήτημα κατέδειξε την περιορισμένη αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών στον πολύ σημαντικό τομέα της ασφάλειας. Οι αποσχιστικές τάσεις της Καταλονίας δημιουργούν ακόμη μια νέα δύσκολη κατάσταση την οποία οφείλει να διαχειριστεί, εκτός από την ισπανική κυβέρνηση, και η ΕΕ. Η ενοποιητική διαδικασία βασίστηκε στην ανατίμηση της οικονομίας, ως κυρίαρχου διαμορφωτικού της παράγοντα, σε συνδυασμό με την προώθηση αντιλήψεων περί πολλαπλών ταυτοτήτων, γεγονός που θα μετατοπίσει σταδιακά το εστιακό σημείο αυτοπροσδιορισμού των ανθρώπων από το έθνος σ' ένα ευρύτερο πολιτικό υποκείμενο (ΕΕ). Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρήθηκε ότι η συσσωμάτωση θα επέλθει τόσο από λειτουργικούς παράγοντες σε επίπεδο οικονομίας, οι οποίοι συν τω χρόνω θα δρομολογήσουν και την πολιτική, όσο και από τις ανανοηματοδοτικές διεργασίες σε επίπεδο κοινωνιών.

Οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδέες αποτελούν βασικούς διαμορφωτικούς παράγοντες της ιστορικής διαδικασίας. Οι ενέργειες των υποκειμένων, συλλογικών και ατομικών, είναι συνάρτηση αυτών που βιώνουν ως πραγματικότητα σε συνδυασμό με τις βασικές κατευθυντήριες αντιλήψεις τους. Κανένα συλλογικό υποκείμενο δεν δύναται να διατηρηθεί μόνο ως διανοητική κατασκευή αν δεν μπορεί να συντηρηθεί και σπανίως έως ποτέ οι πολιτικές οντότητες δεν ενεργούν προσμετρώντας μόνο τα υλικά κίνητρα. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τα πεπραγμένα της Καταλονίας, διαπιστώνουμε τον διφυή χαρακτήρα των κίνητρων των συλλογικών υποκειμένων. Αμιγώς υλιστικές προσεγγίσεις, πως οι Καταλανοί επιθυμούν να αποσχιστούν για οικονομικούς λόγους, προσκρούουν στο βάσιμο ερώτημα: τί θα κάνουν αν γίνουν αποδεκτές οι απαιτήσεις τους για μικρότερη αναδιανομή στα πλαίσια του ισπανικού προϋπολογισμού; Επίσης, στις αιτιάσεις ότι μόνο με οικονομικά αντίμετρα μπορεί να αποτραπεί η απόσχιση, τί θα απαντήσουν όλοι όσοι προσμετρούν μόνο τον οικονομικό παράγοντα, αν οι Καταλανοί συμφωνήσουν να αποπληρώσουν το κόστος για την ανεξαρτησίας τους;

Η προσπάθεια οικοδόμησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας, που ως έναν βαθμό προϋπέθετε και την μερική αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων, στην περίπτωση της Καταλονίας μετατόπισε το εστιακό σημείο του αυτοπροσδιορισμού στο τοπικό και όχι στο υπερεθνικό επίπεδο. Οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην Ισπανία σε συνδυασμό με τις ιστορικές, πολιτικές και θεσμικές ιδιαιτερότητες της περιοχής, λειτούργησαν καταλυτικά ως προς την εκδήλωση του αιτήματος για ανεξαρτησία. Στην τωρινή συγκυρία, όπου εντός της ΕΕ τέθηκαν ζητήματα ασφάλειας -προσφυγικές ροές και τρομοκρατία- και διαχείρισης της οικονομικής κρίσης πρυτάνευσαν οι διακυβερνητικές λογικές και πρακτικές. Κατά πόσο οι ενδοευρωπαϊκές, όπως και περιφερειακές, κρίσεις δύνανται να λειτουργήσουν επ' ωφελεία του ενοποιητικού εγχειρήματος στην Γηραιά Ήπειρο, συνιστά μία πιθανή και όχι μία γραμμική εξέλιξη. Διαχρονικά, η ανάγκη κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά υποκείμενα˙ στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης το δύσκολο έγκειται στο να προσδιοριστούν και να ιεραρχηθούν τοιουτοτρόπως οι ανάγκες ως κοινές.